ZEYΣ ΕΛΑΥΝΩΝ


Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

ΕΛΛΗΝΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (17)

ΕΛΛΗΝΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ  (17) 

Γ ν ω μ ι κ ά

Φρονήσης μεν ουν ουδέποτε επί σεαυτώ μέγα (Δεν θα μεγαλοφρονήσης ποτέ για τον εαυτό σου), αλλά μηδέ καταφρονήσης σεαυτού (αλλά και δεν θα καταφρονήσης ποτέ τον εαυτό σου).

(Φαβωρίνου, Ανθ. Στοβ. ΚΒ, 39)

                                                         *  *  *

Ως έργον (γιατί κατόρθωμα μέγα) εστί ευρείν άνδρα καθαρεύοντα (απηλλαγμένον) τύφου (αλαζονείας) και δεισιδαιμονίας.  

(ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ Ηθικά 579 F)

                                                        *  *  *

Χαλεπώτερον (δυσκολώτερον) είναι ευρείν άνδρα τ’ αγαθά καλώς φέροντα (χειριζόμενον καλώς τα θετικά) ή (παρά) τα κακά. Τα μεν (αγαθά) ύβριν (αλαζονείαν) τοις πολλοίς, τα δε (κακά) σωφροσύνην τοις πάσιν εμποιεί (σε όλους εμβάλλει).                                                                                           

                                                       *  *  *  

 
     Ο ι  Έ λ λ η ν ε ς  π ρ ο  τ η ς  ε ν  Σ α λ α μ ί ν ι  ν α υ μ α χ ί α ς.

 
Ότε Ξέρξης επί την Ελλάδα εστράτευσεκαι δια της Δωρίδος εις την Φωκίδα εισέβαλεν, αι μεν νήες (πλοία) των Αθηναίων επ’ Αρτεμίσιον εβοήθησαν, οι δε άλλοι Έλληνες ουκ εβουλήθησαν κατά γην απαντήσαι (να συνδράμουν ως πεζικόν.) Αυτώ (όντας αυτός, ο Ξέρξης) προ της Αττικής Λακεδαιμόνιοι δε συνήγαγον τον στρατόν εντός του Ισθμού και διετείχησαν αυτόν από θαλάττης εις θάλατταν.                 

Αθηναίοι δε  πεισθέντες υπό Θεμιστοκλέους μη υπό τοις Μήδοις γενέσθαι (να μην υποταχθούν στους Μήδους-Πέρσας) από της Αττικής έφυγον καταλιπόντες εν τω παρόντι την πόλιν. και οι μεν γέροντες μετά των γυναικών και παίδων εις Τροιζήνα απέβησαν, οι δε εν ηλικία όντες συν ταις τριήρεσιν εις το μεταξύ της Σαλαμίνος και Αττικής στενόν έπλευσαν, ένθα (όπου) και το ναυτικόν των Ελλήνων ήν (ήταν).


Ενταύθα Ευρυβιάδης, ός ( ο οποίος) δια το αξίωμα την ηγεμονίαν των νεών (πλοίων)είχεν, επίεζεν εν τωι συνεδρίωι τους Αθηναίους πλείν (να πλέουν) εις τον Ισθμόν, ένθα και ο στρατός ήθροιστο (είχε συναθροισθή.) Θεμιστοκλής δε αναστάς (αφού σηκώθηκε όρθιος) επίεζεν αυτώι. Ο δε την βακτηρίαν ήρεν επ’ αυτόν (σήκωσε πάνω του) και είπεν.¨Ω Θεμιστόκλεις, εν τοις αγώσι (στους αθλητικούς αγώνας) τους προεξανισταμένους ραπίζουσι (τους πρόωρα εκκινούντας ραβδίζουν.)¨  Θεμιστοκλής δ’ ουδέν ταραχθείς επί τηι οργήι του Ευρυβιάδου απεκρίνατο.

¨Πάταξον μεν, άκουσον δε¨.  



                                                    *   *   *

 
Ο ι  Α θ η ν α ί ο ι  κ α τ ά  τ η ν  ε ι σ β ο λ ή ν  τ ο υ  Ξ έ ρ ξ ο υ.

 
Απάντων των συμμάχων εχόντων αθύμως  ( απρόθυμα ) και Πελοποννησίων μεν διατειχιζόντων τον Ισθμόν και ζητούντων ιδίαν εαυτοίς σωτηρίαν , των δ’ άλλων πόλεων υπό τοις βαρβάροις γεγενημένων (εχόντων περιέλθει υπό τους βαρβάρους) και συστρατευομένων εκείνοις ( και εχόντων στρατευθή μαζύ μ’ εκείνους) , προσπλεουσών δε (πλεόντων δε μαζύ τους) τριήρων διακοσίων και χιλίων και πεζής στρατιάς αναριθμήτου μελλούσης εις την Αττικήν εισβαλείν, Αθηναίοι καίπερ έρημοι (άνευ) συμμάχων γεγενημένοι και των ελπίδων απασών διημαρτηκότες (και έχοντες διαψευσθή από όλες τις ελπίδες των), εξόν αυτοίς (αν και ήτο δυνατόν γι αυτούς) μη μόνον (όχι μόνο) τους παρόντας κινδύνους διαφυγείν, αλλά και τιμάς (βραβεία) εξαιρέτους λαβείν, ουχ υπέμειναν τας παρά Ξέρξου δωρεάς (αμοιβάς) , ουδ’ ασμένως  (ευχαρίστως) προς τας διαλλαγάς (διαπραγματεύσεις) τας προς βαρβάρους ώρμησαν , αλλ’ αυτοί μεν υπέρ της ελευθερίας πολεμείν παρεσκευάζοντο, τοίς δ’ αλλοις την δουλείαν αιρουμένους (προτιμώντες) συγνώμην είχον (εδικαιολόγουν). Ηγούντο γαρ (γιατί ενόμιζαν) επιφαινομένου του κινδύνου εκ τοσαύτης στρατιάς τοις μεν ταπεινοίς (στους αδυνάτους) των πόλεων προσήκειν (αρμόζει) εκ παντός τρόπου ζητείν (να επιζητούν) την σωτηρίαν, ταίς δε αξιουσαις (σε όσες όμως πόλεις έχουν την αξίωσι) προεστάναι (να ηγούνται) της Ελλάδος ουκ εξείναι διαφεύγειν (δεν είναι δυνατόν ν’ αποφεύγουν) τους κινδύνους.   

                                                                           

                                                    *   *   *      

 
Π ύ ρ ρ ο ς  κ α ι  κ ύ ω ν.

Πϋρρος, ο βασιλεύς, οδεύων (βαδίζοντας) ενέτυχεν (συνέπεσε) νεκρώι ανδρί γεωργώ (σε νεκρό άνδρα γεωργό). Παρ’ αυτώι δ’ ήν (πλησίον του δε ήταν) άροτρον, δρέπανον, σκαπάνη, κοπίς και τομεύς (πέλεκυς.) Επί δε του παρακειμένου βάθρου (υψώματος) κύων (σκύλος) εκάθητο φρουρών τον νεκρόν. Ο δε βασιλεύς αισθόμενος (αντιληφθείς) κακούργημα γενόμενον (ότι έγκλημα διεπράχθη) τον μεν νεκρόν εκέλευσε (πρόσταξε) θάψαι εν τάφρωι, τον δε κύνα μεθ’ εαυτού παρέλαβεν.

Ολίγαις δ’ ημέραις ύστερον εν τηι παλαίστρα του θεάτρου διηγωνίζοντο. Πύρρος δ’ επί βάθρου εκάθητο θεώμενος (παρακολυθώντας) τον αγώνα και παρ’ αυτώι ο κύων ησυχίαν ήγεν (καθόταν ήρεμος). Ιδών δε (βλέποντας όμως) εν τηι παλαίστρα τον φονέα του δεσπότου (του κυρίου του) επέδραμεν (ώρμησε) επ’ αυτόν μετά φωνής και του ζωστήρος επελάβετο (τον έπιασε απ’ την ζώνη). Ο δε τηι ξύστρα και τωι βάκτρωι (με την ξύστρα και το ραβδί του) έπαιεν αυτόν (τον χτύπαγε). Αλλ’ ουδέν ούτω ο κύων αναπλάττεται (δεν έφευγε). Πύρρος δ’ αισθόμενος το πράγμα (καταλαβαίνοντας) και τεκμήριον τούτο νομίσας ήγαγε τον φονέα στρατιώτην εις δικαστήριον ένθα το κακούργημα ωμολόγησε. Διο υπό Πύρρου εκολάσθη (Δια το οποίον υπό του Π. ετιμωρήθη). 

Δεν υπάρχουν σχόλια: