ZEYΣ ΕΛΑΥΝΩΝ


Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΩΡΑ ΕΚΕΙ ΠΙΟ ΕΞΩ

ΛΥΚΑΣΤΡΟΣ :

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΩΡΑ ΕΚΕΙ ΠΙΟ ΕΞΩ (Χρονογράφημα για το χρήμα, την ενέργεια και τον νέο πολυζωνικό κόσμο)

Ως γνωστόν, ο κόσμος αυτός κινείται από το χρήμα.

Τόσο το νόμιμο όσο και το μαύρο, που εξακολουθεί να κρατά συνεκτικούς εκείνους τους κύκλους διαπλοκής των εξουσιών με εγκληματικά συμφέροντα και δίκτυα. Τους κύκλους που περιέγραφε ο Καραϊβάζ.

Αυτό δεν άλλαξε. Ούτε πρόκειται να αλλάξει εύκολα.

**Εκείνο όμως που αλλάζει θεαματικά βρίσκεται ένα επίπεδο πιο πάνω: στον έλεγχο της παραγωγής, της κυκλοφορίας και της διανομής του χρήματος.**

Και οι αλλαγές εκεί πάνω αναδιατάσσουν σταδιακά ολόκληρο το γεωπολιτικό παιχνίδι.

🔹 **Η προηγούμενη παγκοσμιοποίηση και το όπλο-δολάριο**

Μετά την κατάρρευση του προηγούμενου Ψυχρού Πολέμου, η παγκοσμιοποίηση στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην κυριαρχία του δολαρίου, στην ελευθερία των κεφαλαιακών ροών και στην επέκταση της πίστωσης.

Από το 1971, όταν καταργήθηκε η μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό, το διεθνές νομισματικό σύστημα απέκτησε διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η δημιουργία τραπεζικού χρήματος μέσω δανεισμού, η χρηματοπιστωτική μόχλευση και η ανάπτυξη σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων επέτρεψαν τεράστια επέκταση της πίστωσης.

Η διαδικασία αυτή χρηματοδότησε πραγματικές επενδύσεις και ανάπτυξη. Παράλληλα, όμως, συνέβαλε στη δημιουργία χρηματοπιστωτικών φουσκών, στην αύξηση των ανισοτήτων και στη διόγκωση ενός σκιώδους χρηματοπιστωτικού συστήματος, που αποκαλύφθηκε με δραματικό τρόπο στην κρίση του 2008.

Το δολάριο δεν κυριαρχεί απλώς επειδή είναι το νόμισμα των ΗΠΑ. Κυριαρχεί επειδή βρίσκεται στο κέντρο ενός τεράστιου δικτύου εμπορίου, δανεισμού, επενδύσεων, αποθεματικών και διεθνών πληρωμών.

Και αυτή ακριβώς η δικτυακή κυριαρχία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο.

Μέσω χρηματοπιστωτικών κυρώσεων, περιορισμού της πρόσβασης σε αγορές και κρίσιμες υποδομές πληρωμών, η Ουάσιγκτον διαθέτει μέσα γεωπολιτικής πίεσης που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τη στρατιωτική της ισχύ.

Το πετρέλαιο και οι ενεργειακές συναλλαγές ενίσχυσαν ιστορικά αυτή τη θέση, χωρίς να αποτελούν τη μοναδική αιτία της.

Ας το πούμε, λοιπόν, **weaponization του δολαρίου: οπλοποίηση της νομισματικής και χρηματοπιστωτικής ισχύος.**

🔹 **Πρώτη ρωγμή: η αναζήτηση εναλλακτικών**

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 επιτάχυνε την αμφισβήτηση του ισχύοντος μοντέλου. Οι BRICS, αρχικά ως συνεργασία Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας και Νότιας Αφρικής, άρχισαν σταδιακά να διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο στη διεθνή οικονομική διακυβέρνηση.

Δεν συμφωνούν σε όλα. Δεν αποτελούν ενιαίο στρατόπεδο ούτε έχουν καταργήσει τις μεταξύ τους αντιθέσεις.

Έχουν, όμως, έναν κοινό λόγο να αναζητούν εναλλακτικές: να μειώσουν την εξάρτησή τους από ένα σύστημα στο οποίο η νομισματική και χρηματοπιστωτική ισχύς συγκεντρώνεται δυσανάλογα στις ΗΠΑ και στους θεσμούς που συνδέονται με τη διεθνή κυριαρχία του δολαρίου.

Το ερώτημα δεν είναι αν το δολάριο θα εξαφανιστεί αύριο. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να θεωρούμε κάτι τέτοιο δεδομένο.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί σταδιακά να χάσει μέρος της αποκλειστικότητας που απολάμβανε σε ορισμένες διεθνείς συναλλαγές.

Η κρίση του ευρώ, οι διαφορετικές προτεραιότητες των κρατών-μελών και οι χειρισμοί της ευρωπαϊκής ηγεσίας περιόρισαν την αξιοπιστία της Ευρώπης ως αυτόνομου οικονομικού και γεωπολιτικού πόλου.

Η Ελλάδα βρέθηκε τότε στο επίκεντρο μιας κρίσης που από δημοσιονομική και τραπεζική εξελίχθηκε σε βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς το ίδιο το ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Ήταν ο πρώτος μεγάλος αυτοπυροβολισμός της ΕΕ.

Και δεν ήταν ο τελευταίος.

🔹 **Δεύτερη ρωγμή: η ψηφιακή τεχνολογία αλλάζει το παιχνίδι**

Στην εξίσωση μπήκαν στη συνέχεια δύο τεχνολογικές εξελίξεις με διαφορετική αρχιτεκτονική.

Η πρώτη είναι το blockchain και οι τεχνολογίες κατανεμημένων καθολικών, που έδειξαν ότι ορισμένες συναλλαγές μπορούν να πραγματοποιούνται χωρίς την παραδοσιακή διαμεσολάβηση ενός κεντρικού χρηματοπιστωτικού φορέα.

Η δεύτερη είναι η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό μέσω της συγκέντρωσης δεδομένων, υπολογιστικής ισχύος και κεφαλαίων σε λίγες μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις.

Η μία τεχνολογική κατεύθυνση μπορεί να διευκολύνει την αποκέντρωση ορισμένων λειτουργιών. Η άλλη μπορεί να ενισχύσει τη συγκέντρωση οικονομικής και πληροφοριακής ισχύος.

Δεν είναι απόλυτα αντίθετες μεταξύ τους. Ούτε κάθε blockchain είναι αποκεντρωμένο ούτε κάθε AI είναι υποχρεωτικά συγκεντρωτική.

Αλλά η σύγκρουση ανάμεσα στη συγκέντρωση και την αποκέντρωση αποκτά πλέον πολύ μεγαλύτερη σημασία.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον.

Τα κρυπτονομίσματα δεν αποτελούν από μόνα τους λύση στα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Έδειξαν όμως ότι μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές αρχιτεκτονικές ψηφιακών συναλλαγών.

Παράλληλα, πολλές κεντρικές τράπεζες εξετάζουν ή αναπτύσσουν ψηφιακές μορφές των νομισμάτων τους. Η Κίνα έχει προχωρήσει σημαντικά στο ψηφιακό γουάν, ενώ στην Ευρώπη προωθείται το έργο του ψηφιακού ευρώ.

Προσοχή όμως: ένα ψηφιακό νόμισμα κεντρικής τράπεζας δεν είναι το ίδιο πράγμα με ένα αποκεντρωμένο κρυπτονόμισμα.

Το πρώτο μπορεί να διατηρεί πλήρως τον κεντρικό νομισματικό έλεγχο. Το δεύτερο μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να λειτουργεί χωρίς έναν αντίστοιχο κεντρικό εκδότη.

Επομένως, η ψηφιοποίηση δεν καταργεί αυτομάτως την εξουσία των τραπεζών. Ανοίγει όμως μια νέα μάχη για το ποιος θα ελέγχει τις πληρωμές, την πίστωση και την πρόσβαση στο χρήμα.

Και αυτό μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα.

**Ποιος θα δημιουργεί το χρήμα, ποιος θα ελέγχει την κυκλοφορία του και ποιος θα καρπώνεται την οικονομική ισχύ που παράγει;**

🔹 **Το νέο γεωπολιτικό πεδίο: ενέργεια και δίκτυα**

Όσο μεταβάλλονται οι χρηματοπιστωτικές υποδομές, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι υλικές υποδομές που εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομία.

Η ενέργεια. Οι αγωγοί. Τα λιμάνια. Τα καλώδια. Οι θαλάσσιες οδοί. Τα δίκτυα μεταφοράς εμπορευμάτων.

Η Ρωσία, μετά την εισβολή της στην Ουκρανία και τις κυρώσεις που ακολούθησαν, επιδιώκει να ανακατευθύνει μέρος των εμπορικών και ενεργειακών της σχέσεων προς την Ασία.

Η Κίνα αναπτύσσει εναλλακτικές χρηματοπιστωτικές και εμπορικές υποδομές και επιδιώκει να περιορίσει την έκθεσή της σε πιθανούς αμερικανικούς περιορισμούς.

Η Ινδία αναζητά ταυτόχρονα φθηνή ενέργεια, βιομηχανική ανάπτυξη και στρατηγική αυτονομία, χωρίς να εγκαταλείπει τις ανησυχίες της για την Κίνα.

Οι χώρες του Κόλπου προσπαθούν να διατηρήσουν τις σχέσεις τους με τη Δύση, ενώ διευρύνουν τις οικονομικές τους επιλογές.

Αυτές οι κινήσεις δεν συνθέτουν ακόμη ένα ολοκληρωμένο, ενιαίο αντιδολαριακό σύστημα. Δείχνουν, όμως, ότι η διεθνής οικονομία γίνεται περισσότερο σύνθετη και ότι οι χώρες επιδιώκουν να διαθέτουν περισσότερες από μία επιλογές.

Το SWIFT, άλλωστε, είναι δίκτυο χρηματοπιστωτικών μηνυμάτων, όχι το ίδιο το δολάριο. Η παράκαμψή του δεν εξαλείφει από μόνη της την εξάρτηση από το αμερικανικό νόμισμα.

Αλλά κάθε εναλλακτικό δίκτυο πληρωμών, κάθε νέα εμπορική διαδρομή και κάθε ενεργειακή διασύνδεση μπορεί να μεταβάλει σταδιακά τους συσχετισμούς.

**Από την οπλοποίηση του δολαρίου περνάμε έτσι σε έναν κόσμο όπου ο έλεγχος των ενεργειακών και εμπορευματικών δικτύων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.**

Όχι επειδή το δολάριο παύει να έχει ισχύ, αλλά επειδή η ισχύς δεν ασκείται πλέον μόνο μέσω του νομίσματος.

🔹 **Γιατί οι αγωγοί έχουν ξαναγίνει γεωπολιτική**

Το φυσικό αέριο έχει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με το πετρέλαιο: η μεταφορά του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από συγκεκριμένες υποδομές.

Μπορεί να μεταφερθεί με αγωγούς ή με πλοία ως υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Και οι δύο τρόποι έχουν διαφορετικό κόστος, διαφορετικές απαιτήσεις και διαφορετικές γεωπολιτικές συνέπειες.

Ένας αγωγός δημιουργεί αλληλεξαρτήσεις ανάμεσα σε παραγωγούς, χώρες διέλευσης και καταναλωτές. Μπορεί να προσφέρει σταθερότητα, αλλά και να δημιουργήσει δυνατότητες πολιτικής πίεσης.

Το LNG προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τον προμηθευτή, αλλά απαιτεί τερματικούς σταθμούς, πλοία, κεφάλαια και ανταγωνιστικές τιμές.


Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης επιδεινώθηκε μετά τη ρήξη με τη Ρωσία.

Η Ευρώπη περιόρισε δραστικά την εξάρτησή της από τις ρωσικές ενεργειακές ροές, αλλά αναγκάστηκε να αναζητήσει άλλους προμηθευτές και να επωμιστεί σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις.

Η έκταση των επιπτώσεων διαφέρει ανά χώρα και κλάδο. Για τη βιομηχανική Γερμανία, όμως, το ενεργειακό κόστος αποτελεί ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα ανταγωνιστικότητας.

Από εδώ προκύπτει μια στρατηγική πρόκληση για την ΕΕ: πώς θα εξασφαλίσει φθηνή και αξιόπιστη ενέργεια, θα μειώσει τις εξαρτήσεις της και θα διατηρήσει τη βιομηχανική της βάση.

Το υδρογόνο μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης σε ορισμένους τομείς. Δεν είναι όμως δεδομένο ότι θα αντικαταστήσει μαζικά το φυσικό αέριο μέχρι το 2050 ούτε ότι όλες οι σημερινές υποδομές θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς σημαντικές μετατροπές.

Αντίστοιχα, οι ΑΠΕ δεν αποτελούν από μόνες τους πανάκεια. Χρειάζονται δίκτυα, αποθήκευση, διασυνδέσεις και επενδύσεις.

Αλλά ούτε οι μεγάλες κεντρικές υποδομές είναι η μοναδική λύση.

Οι ενεργειακές κοινότητες και οι αποκεντρωμένες εγκαταστάσεις μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και να μοιράσουν διαφορετικά τα οφέλη της παραγωγής, εφόσον ενταχθούν σε έναν λειτουργικό σχεδιασμό.

Το ερώτημα είναι ποιο μείγμα τεχνολογιών και υποδομών εξυπηρετεί καλύτερα την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνική συνοχή.

Και ποιος πληρώνει το κόστος κάθε επιλογής.

🔹 **Οι πόλεμοι και οι νέες ζώνες επιρροής**

Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, οι συγκρούσεις αποκτούν και μια επιπλέον διάσταση: επηρεάζουν τους εμπορικούς δρόμους, τις ενεργειακές ροές και τη δυνατότητα των κρατών να διαμορφώνουν ανεξάρτητες οικονομικές σχέσεις.

Στον Καύκασο, η αντιπαράθεση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν συνδέεται με τις περιφερειακές ισορροπίες και τον έλεγχο διαδρομών που συνδέουν την Κασπία, την Τουρκία, το Ιράν και τη Ρωσία.

Στην Ουκρανία, η ρωσική εισβολή και η ευρύτερη αντιπαράθεση Ρωσίας–Δύσης έχουν αλλάξει ριζικά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τις ενεργειακές σχέσεις και τη στρατιωτική αρχιτεκτονική της ηπείρου.

Στη Μέση Ανατολή, η αντιπαράθεση Ισραήλ–Ιράν και η δράση των Χούθι επηρεάζουν την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, μεταξύ άλλων στην Ερυθρά Θάλασσα και στην περιοχή του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Στην Αφρική, η πολιτική αστάθεια, οι στρατιωτικές ανατροπές και οι ανταγωνισμοί γύρω από τους φυσικούς πόρους επηρεάζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης νέων ενεργειακών υποδομών.

Στη Λατινική Αμερική, η Βενεζουέλα παραμένει σημαντική λόγω των πετρελαϊκών της αποθεμάτων και των διεθνών αντιπαραθέσεων γύρω από την αξιοποίησή τους.

Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι όλες αυτές οι κρίσεις σχεδιάστηκαν από ένα ενιαίο κέντρο ή ότι εξυπηρετούν αποκλειστικά ενεργειακούς σκοπούς.

Κάθε σύγκρουση έχει τη δική της ιστορία, τους δικούς της πρωταγωνιστές και τις δικές της εσωτερικές αιτίες.

Μπορούμε, όμως, να εξετάσουμε πώς οι συγκρούσεις αλληλεπιδρούν με τον ανταγωνισμό για ενέργεια, εμπόριο, τεχνολογία και στρατηγική επιρροή.

Και να αναρωτηθούμε αν η συσσώρευση αυτών των ανταγωνισμών οδηγεί σταδιακά σε έναν πολυζωνικό κόσμο, με περισσότερα κέντρα ισχύος και μικρότερη δυνατότητα κοινής ρύθμισης.

Αυτή είναι μια υπόθεση που αξίζει να διερευνηθεί, όχι ένα αποτέλεσμα που πρέπει να θεωρήσουμε ήδη αποδεδειγμένο.

🔹 **Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Τουρκία;**

Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση, τις σχέσεις της με τη Δύση, τη Ρωσία και τις χώρες της περιοχής, καθώς και τον ρόλο της ως διαμετακομιστικού κόμβου.

Η πολιτική αυτή δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά και κινδύνους.

Η Άγκυρα μπορεί να διεκδικεί μεγαλύτερη αυτονομία χωρίς να έχει αποφασίσει οριστική αποχώρηση από το δυτικό στρατηγικό πλαίσιο. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιεί τις σχέσεις της με διαφορετικά κέντρα ισχύος για να βελτιώνει τη διαπραγματευτική της θέση.

Το κατά πόσο αυτή η πολιτική θα αποδώσει εξαρτάται από την οικονομία της, τις σχέσεις της με τους συμμάχους της, τις περιφερειακές συγκρούσεις και τις εσωτερικές της ισορροπίες.

Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι σαφές: δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την τουρκική πολιτική ως μια σειρά από απομονωμένα επεισόδια.

Χρειάζεται μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ενέργεια, τις θαλάσσιες οδούς, τις συμμαχίες και τις σχέσεις μας με την ΕΕ, τις ΗΠΑ, τη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή.

Η γεωγραφία δεν αλλάζει επειδή αλλάζουν οι κυβερνήσεις.

Αλλάζει, όμως, η αξία που της αποδίδουν οι άλλοι.

🔹 **Και πού βρίσκεται μέσα σε όλα αυτά η Ευρώπη;**

Η ΕΕ οικοδομήθηκε σε ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο η οικονομική αλληλεξάρτηση θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό παράγοντας σταθερότητας.

Σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει έναν κόσμο όπου η αλληλεξάρτηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μέσο πίεσης.

Η ενεργειακή εξάρτηση, η τεχνολογική υστέρηση σε κρίσιμους τομείς, η αδυναμία ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και οι διαφορετικές προτεραιότητες των κρατών-μελών περιορίζουν τη δυνατότητά της να δρα ως αυτόνομος γεωπολιτικός πόλος.

Η μετατροπή της οικονομίας σε πολεμική μπορεί να απαντά σε ορισμένες πραγματικές απειλές. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της αναπτυξιακή στρατηγική.

Ούτε μπορεί η Ευρώπη να στηρίξει το μέλλον της μόνο στη ρυθμιστική της ισχύ, όσο σημαντική και αν είναι η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στον ψηφιακό κόσμο.

Χρειάζεται παραγωγή, τεχνολογία, ενέργεια σε ανταγωνιστικό κόστος, χρηματοδότηση επενδύσεων και κοινωνική συνοχή.

Χρειάζεται, πάνω απ' όλα, να αποφασίσει τι είδους οικονομική και πολιτική ένωση θέλει να είναι.

Και εδώ φτάνουμε στο ουσιαστικότερο ερώτημα.

**Ποιο ευρώ και με ποιον τρόπο παραγωγής του;**

Το ευρώ δεν είναι απλώς ένα χαρτονόμισμα ή μια ψηφιακή μονάδα συναλλαγών. Είναι μέρος μιας συγκεκριμένης νομισματικής αρχιτεκτονικής, με συγκεκριμένους κανόνες για την πίστωση, τη χρηματοδότηση των κρατών, τη λειτουργία των τραπεζών και την κατανομή του οικονομικού κινδύνου.

Οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν μεγάλο μέρος του τραπεζικού χρήματος μέσω του δανεισμού. Η ΕΚΤ καθορίζει τις βασικές νομισματικές συνθήκες της Ευρωζώνης, ενώ οι δημοσιονομικές δυνατότητες των κρατών εξακολουθούν να διαφέρουν σημαντικά.

Αυτή η αρχιτεκτονική έχει πλεονεκτήματα, αλλά και προβλήματα που έγιναν εμφανή στις κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Αν η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει τη συνοχή της, δεν αρκεί να υπερασπίζεται το κοινό νόμισμα ως σύμβολο.

Πρέπει να συζητήσει πώς θα χρηματοδοτεί τις παραγωγικές επενδύσεις, πώς θα περιορίζει τις ανισότητες ανάμεσα στα κράτη-μέλη, πώς θα διαχειρίζεται τις κρίσεις και πώς θα αποφεύγει να μετατρέπει κάθε οικονομικό σοκ σε κρίση πολιτικής νομιμοποίησης.

Το ίδιο ισχύει για την Ελλάδα.

Το αναπτυξιακό μας μοντέλο δεν μπορεί να εξαντλείται στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, στον τουρισμό και στην προσδοκία ότι οι αγορές θα λύσουν από μόνες τους τα προβλήματα παραγωγικότητας.

Χρειαζόμαστε παραγωγική βάση, τεχνολογική αναβάθμιση, ενεργειακή στρατηγική, ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση και ένα σχέδιο που να συνδέει την οικονομία με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Και χρειαζόμαστε εξωτερική πολιτική με βάθος χρόνου, όχι απλώς διαχείριση της επικαιρότητας.

Οι επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη, όπως και οι προτάσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων, πρέπει να κρίνονται με βάση το αν απαντούν σε αυτά τα ερωτήματα και με ποια συγκεκριμένα μέσα.

Δεν αρκούν τα μεγάλα λόγια περί ανάπτυξης, γεωπολιτικής αναβάθμισης ή εθνικής αυτονομίας.

Χρειάζεται να ξέρουμε τι παράγουμε, πώς το χρηματοδοτούμε, από πού προμηθευόμαστε ενέργεια, σε ποιες αγορές απευθυνόμαστε και ποια θέση επιδιώκουμε να έχουμε στον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Και κυρίως, ποιος πληρώνει το κόστος και ποιος καρπώνεται τα οφέλη.

🔹 **Το πραγματικό διακύβευμα**

Ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που συντελείται σήμερα να μην είναι η επικείμενη αντικατάσταση του δολαρίου από κάποιο άλλο νόμισμα.

Ίσως να είναι η σταδιακή μεταβολή του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η ίδια η οικονομική ισχύς.

Το χρήμα, οι ψηφιακές υποδομές, η ενέργεια και τα δίκτυα μεταφοράς δεν αποτελούν πλέον ξεχωριστά πεδία. Συνδέονται όλο και περισσότερο σε ένα ενιαίο σύστημα αλληλεξαρτήσεων, μέσα στο οποίο κράτη, τράπεζες, τεχνολογικές επιχειρήσεις και επενδυτικά κεφάλαια ανταγωνίζονται για τον έλεγχο κρίσιμων λειτουργιών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε ήδη πώς θα διαμορφωθεί ο κόσμος του 2050.

Σημαίνει ότι οι επιλογές που γίνονται σήμερα μπορεί να περιορίσουν ή να διευρύνουν τις δυνατότητες των επόμενων γενεών.

Και γι' αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν είμαστε με τη Δύση ή με την Ανατολή, με το δολάριο ή με το γουάν, με τις μεγάλες ενεργειακές υποδομές ή με τις ΑΠΕ.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι είδους οικονομία και κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε μέσα σε αυτό το περιβάλλον.

Ποιος ελέγχει την παραγωγή του χρήματος;

Ποιος ελέγχει την ενέργεια και τις ψηφιακές υποδομές;

Ποιος αποφασίζει πού κατευθύνονται οι επενδύσεις;

Και πώς διασφαλίζουμε ότι η τεχνολογική πρόοδος και ο οικονομικός πλούτος δεν μετατρέπονται σε ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος στα χέρια λίγων;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα έπρεπε να βρίσκονται στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης.

Και ειδικά στην Ελλάδα, όπου συχνά συζητάμε για τα συμπτώματα χωρίς να αγγίζουμε τις δομές που τα παράγουν.

Δεν έχω την αξίωση να γνωρίζω όλες τις απαντήσεις. Σε έναν τόσο σύνθετο κόσμο, κανείς δεν τις έχει όλες.

Έχω όμως την πεποίθηση ότι, αν δεν αρχίσουμε να συζητάμε σοβαρά για το χρήμα, την ενέργεια, την παραγωγή και τη θέση μας στον κόσμο που διαμορφώνεται, θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τις εξελίξεις ως θεατές, πληρώνοντας κάθε φορά τον λογαριασμό των αποφάσεων άλλων.

Πείτε και εσείς τι πιστεύετε. Όχι για να συμφωνήσουμε υποχρεωτικά, αλλά για να καταλάβουμε λίγο καλύτερα τι αλλάζει γύρω μας και τι πρέπει να αλλάξουμε εμείς.

Όπως το οφείλουμε στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: