ΛΥΚΑΣΤΡΟΣ :
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ ΤΣΙΚΝΑΣ, ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΟΒΟΛΩΝ, ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Tsiforos style)
Τα σφάγια και η τσίκνα τους-σπουδή προς τους εκάστοτε θεούς υπηρεσίας, είναι μια παλιά υπόθεση για το ανθρώπινο είδος.
Ελλείψει
Artificial Intelligence και επαρκούς κρεατοπαραγωγής, η κατανάλωση
κρέατος (απαραίτητο για να αναπτυχθεί ο εγκέφαλος και η φυσική μας
ευφυΐα), περιοριζόταν τότες σε ομαδικές τελετές σφαγής και ψησίματος
αμνοεριφίων σε δημόσιους χώρους σε 2-3 περιστάσεις κάθε χρόνο. Τον υπόλοιπο,
φάε φακές και ρεβυθια, άντε και καμιά όρνιθα που και που αν ήσουν
τυχερός ή αν ήθελες να ρίξεις κανένα γκομενάκι. Διότι, ως γνωστόν, τα
πάντα περνάνε από το στομάχι και μην ακούς τι λένε περί του αντιθέτου
κάτι άσχετοι ψυχολόγοι και λοιποί ιερείς-θεράποντες των επί μέρους
κατακερματισμένων επιστημών ανά ειδικότητα.
Πάνω
σε αυτή μας την ανάγκη, δεν άργησαν να ξεπηδήσουν και οι πονηρούληδες
που αναλάμβαναν, λέει, για να μεσολαβήσουν για να φτάσει η τσίκνα από
τις θυσίες τσουπ, και χωρίς να μπερδευτεί με τις άλλες, στον εκάστοτε
Θεό ως φόρο υποτέλειας, πάντα μαζί με κάποιο αίτημα-ρουσφέτι του θύτη
για να την βγάλει καθαρή. Με το αζημίωτο πάντα. Ένα καλό κομμάτι από το
σφάγια πήγαινε πάντα για τις ανάγκες του κλήρου-διερμηνέα και τροχονόμου
της ικεσίας προς τα θεία.
Επί
αυτής της φάμπρικας, που αναβιώνει με μεγαλοπρέπεια σε αυτόν τον τόπο
και κάθε τέτοια μέρα σαν την σημερινή, βοήθειά μας, έκαναν καριέρα και
αναπτύχθηκαν πολλοί και πολλά επαγγέλματα. Από τον Πεισθέταιρο στις
Όρνιθες του Αριστοφάνη (δες σχετικά στο *) μέχρι τον Στουρνάρα
του σύγχρονου Τραπεζιστάν, που εκδίδει χρήμα με την ένδειξη του τύπου
"In God we trust", λίγα όμως έχουν αλλάξει επί της ουσίας.
Όπως
πχ τα πρώτα νομίσματα στην αρχαία Αθήνα, οι οβολοί. Αυτά ήταν κάτι
μακρόστενες μεταλλικές μυτερές βέργες, όπως αυτές σούβλες στην φώτο ένα
πράγμα και κάνε το εικόνα. Τέτοιοι οβολοί τους έμεναν αφού έτρωγαν τα
κοψίδια-οβελίες σε επίσημα τσιμπούσια από τα ιερά σφάγια, αφού η
σύγχρονη Τσικνοπέμπτη ή Κυριακή του Πάσχα είναι το κατάλοιπο, κάποιου
Διονυσιακού άλλου μυστηρίου.
Μια
μέρα, κάποιος ευφυής Αθηναίος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσουν τους οβολούς
μετά την χρήση τους στο ψήσιμο ως μέσα συναλλαγών στην αγορά,
ανταλλάσσοντας τους με ίσης αξίας προϊόντα ή υπηρεσίες με τα αρχικά
σουβλάκια. Χωρίς να μεσολαβεί κάποια Τράπεζα, είπε ο μπαγάσας. Η ιδέα
έπιασε όταν έγινε αποδεκτή ως φέρουσα αξία κύρους, παρ' όλο που δεν
απεικονίζονταν πουθενά η εικόνα ενός βασιλιά ή θεού για να πιστοποιεί με
ένα "να μα την Παναγία, τόσο αξίζει και μην το ψάχνεις. Γιατί;; Γιατί
το λέω εγώ".
Ακριβώς
σε αυτή την λεπτομέρεια, στην έλλειψη κάποιου κεντρικού διαμορφωτή
κύρους στην παραγωγή του νομίσματος, μπήκαν και τα σπέρματα της
Αθηναϊκής Δημοκρατία που άρχισε να ευδοκιμεί εκεί μερικά χρόνια
αργότερα. Ως εφαρμογή ενός συστήματος κατανεμημένου κύρους ανάμεσα σε
ισότιμους κόμβους λήψης αποφάσεων επί του αν αξίζει ή όχι το σουβλάκι
και πόσο. Κρίσιμης σημασίας η όλη διαδικασία για να συνεννοηθούμε, και
έχουσα ουδεμία σχέση με μίαν αόρατη χείρα που τα ρυθμίζει, λέει, αυτά.
Ορατότατα ήταν και τα σουβλάκια και ο τρόπος που παράγονται για να
αξίζουν.
Σήμερα
αυτό είναι γνωστό στην πιάτσα της πληροφορικής ως σύστημα blockchain.
Ξέρετε, αυτός ο κώδικας λογισμικού με τον οποίο φτιάχνουν κάτι αθεόφοβοι
εκείνα τα συστήματα που τείνουν να αντικαταστήσουν σήμερα και το
παραδοσιακό "in God we trust" που γράφουν πάνω τους τα ντόλαρς με κανένα
"Ιn Code we trust", βάζοντας σε μπελάδες πλέον τον εκάστοτε Πρόεδρο.



ΛΥΚΑΣΤΡΟΣ :