ΛΥΚΑΣΤΡΟΣ :
ΤΑ ΙΕΡΑ ΣΥΚΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν χώριζαν ποτέ την τροφή από το ιερό.Οι τρεις μεγάλοι καρποί (σύκο – ελιά – σταφύλι) αντιπροσωπεύουν τις τρεις θεμελιώδεις ανάγκες του ανθρώπου πάνω στην ελληνική γη: Επιβίωση (σύκο) ...Πολιτισμός & ειρήνη (ελιά) ...Χαρά & λύτρωση (σταφύλι)
Στα βαθιά χρόνια, πριν ακόμα οι θεοί βαρεθούν τους ανθρώπους, οι Έλληνες δεν καλλιεργούσαν συκιές.Όχι επειδή δεν ήξεραν.Αλλά επειδή οι συκιές ήταν ιερές και ανήκαν αποκλειστικά στους θεούς και στους νεκρούς. Έτσι γεννήθηκε ο Ιερός Νόμος των Σύκων: Τα σύκα δεν φυτεύονται. Τα σύκα κλέβονται.Τα σύκα δεν εξάγονται ποτέ.
Όποιος τολμούσε να φορτώσει σύκα σε καράβι, γινόταν αυτομάτως «συκοφάντης» και τον κυνηγούσαν με ρόπαλα από ξερή συκιά... Και κάπου εκεί, μια νύχτα με πανσέληνο, ένας νεαρός Αθηναίος ονόματι Συκοβάρας έκανε το λάθος.
Ο Συκοβάρας, μια νύχτα με πανσέληνο, πήρε μια παλιά σκάφη, την έδεσε στο λιμανάκι του Φαλήρου και άρχισε να τη γεμίζει με τα πιο παχιά, τα πιο ιερά σύκα της Αττικής. Τα κουβαλούσε κλεφτά, τα μάζευε ένα-ένα, μέσα σε τσουβάλια από κατσικίσιο δέρμα, ψιθυρίζοντας: «Θα τα πουλήσω στους ξένους… θα γίνω πλούσιος… θα φάω κι εγώ επιτέλους σύκα χωρίς να τρέμω!»
Μόλις όμως η σκάφη γέμισε ως το χείλος και ο Συκοβάρας σήκωσε το κουπί, η γη σείστηκε. Η Δήμητρα εμφανίστηκε πάνω από την θάλασσα, ψηλή σαν δέντρο, με στεφάνι από ξερά φύλλα συκιάς και οφθαλμούς οργισμένους που έκαιγαν σαν φούρνος. «ΠΟΙΟΣ ΤΟΛΜΑ ΝΑ ΕΞΑΓΕΙ ΤΑ ΙΕΡΑ ΜΟΥ ΣΥΚΑ;» ακούστηκε σαν βροντή η φωνή της θεάς.
Ο Συκοβάρας αισθάνθηκε σαν στήλη πάγου. Η σκάφη άρχισε να τρίζει. Τα σύκα μέσα της… άρχισαν να κουνιούνται μόνα τους.Και τότε η Δήμητρα σήκωσε το χέρι της και και φώναξε με φωνή που τάραξε μέχρι και τον Άδη: «Αφού τόσο πολύ αγαπάς τα σύκα… γίνε συκιά!»
Μέσα σε θεϊκή αναλαμπή ο Συκοβάρας άρχισε να ριζώνει. Τα πόδια του χώθηκαν στην γη του Φαλήρου, τα χέρια του έγιναν κλαδιά, το στόμα του γέμισε φύλλα και η καρδιά του μετατράπηκε σε χυμό γλυκό και πικρό μαζί.Έγινε η πιο μεγάλη, η πιο πλούσια συκιά της Αττικής.Αλλά η τιμωρία δεν ήταν μόνο αυτή.Η Δήμητρα του χάρισε συνείδηση.
Και από εκείνη τη νύχτα ο Συκοβάρας-Συκιά τα έβλεπε όλα και τα ένιωθε όλα: Κάθε δόντι που βυθιζόταν στη σάρκα των σύκων του. Κάθε μικρή σφήγκα (τη Blastophaga psenes) που εμπαινε μέσα στο άνθος-καρπό για να αφήσει τα αυγά της. Κάθε φύλλο του που το έκοβαν για να το βάλουν στο τσουκάλι και να μαλακώσει το κρέας. Κάθε φορά που τον ψήνανε μαζί με ψωμί και ο χυμός του μύριζε σε όλη τη γειτονιά. Και το χειρότερο; Κάθε φορά που κάποιος Έλληνας πλησίαζε κλεφτά τη νύχτα, έκοβε τα σύκα του και έφευγε τρέχοντας ψιθυρίζοντας: «Έλα μωρέ, αφού έτσι πρέπει… τα κλέβουμε!»
Ο Συκοβάρας δεν είχε δύναμη ούτε να φωνάξει ούτε να κλάψει.Μόνο έτρεμε, κουνούσε τα φύλλα του από απόγνωση… και από γλύκα.
Πέρασαν εκατοντάδες χρόνια.Ώσπου μια μέρα, ένας νεαρός με πολύ περίεργο βλέμμα στάθηκε μπροστά του και είπε: «Γεια σου, Συκοβάρα… ξέρω ποιος είσαι.» Ο νεαρός ήταν ο Σκάφης.
Στάθηκε
μπροστά στην πανάρχαια συκιά, ακούμπησε το μέτωπό του στον χοντρό κορμό
και άρχισε να μιλάει ήσυχα, σχεδόν τρυφερά: «Γεια σου, Συκοβάρα… ξέρω
ποιος είσαι. Και ξέρω γιατί υπέφερες τόσα χρόνια.»
Ο Συκοβάρας-Συκιά τράνταξε ελαφρώς τα φύλλα του, σαν να προσπαθούσε να απαντήσει.Ο Σκάφης συνέχισε: «Δεν έπρεπε ποτέ να προσπαθήσεις να τα πουλήσεις. Τα σύκα δεν είναι εμπόρευμα. Τα σύκα είναι κοινά. Δωρεάν. Και πάντα… κλεμμένα.»
Σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό και φώναξε δυνατά, σαν να ήθελε να τον ακούσει και η ίδια η Δήμητρα: «Η Φύση είναι η μόνη αληθινή καλλιεργήτρια! Αυτή και μόνο αυτή έχει το δικαίωμα να τα διαθέτει όπως θέλει. Και εκείνη κήρυξε τον άγραφο νόμο που κρατάει εδώ και τουλάχιστον δυόμισι χιλιάδες χρόνια: «Ότι καλλιεργώ εγώ… είναι δωρεάν. Τα σύκα, σύκα. Και η σκάφη, σκάφη. Δεν καλλιεργείς; Δεν πουλάς..»
Μόλις πρόφερε τις τελευταίες λέξεις, κάτι παράξενο συνέβη.Τα φύλλα του Συκοβάρα άρχισαν να λάμπουν απαλά στο φεγγαρόφωτο.Από τους χοντρούς κλάδους άρχισαν να πέφτουν ώριμα, ζουμερά σύκα… αλλά όχι στο χώμα.Έμεναν αιωρούμενα στον αέρα για μια στιγμή και μετά χάνονταν, σαν να τα μάζευαν αόρατα χέρια σε όλη την Αττική.
Ο Σκάφης χαμογέλασε πλατιά. «Βλέπεις; Ακόμα και τώρα… τα κλέβουν. Και έτσι πρέπει.»
Μετά
έσκυψε πιο κοντά στον κορμό και ψιθύρισε: «Ήρθε όμως η ώρα να σε
ελευθερώσω, παλιέ μου φίλε. Αλλά για να γίνει αυτό… πρέπει να μου δώσεις
το τελευταίο σου σύκο. Το πιο κρυφό. Αυτό που δεν έχει δαγκώσει ποτέ
άνθρωπος.»
Εκείνη ακριβώς την ώρα, την ώρα που ο Σκάφης ζητούσε το τελευταίο Ιερό Σύκο, ακούστηκε ένα βαθύ, γελαστό μουρμουρητό από το άγνωστο... Τα κλαδιά της συκιάς άνοιξαν σαν αυλαία και από μέσα τους ξεπήδησε, με στεφάνι από κληματόφυλλα και μάτια γυαλιστερά σαν κρασί, ο Διόνυσος.Κρατούσε έναν μεγάλο κάνθαρο που ξεχείλιζε και, χωρίς να πει «εις υγείαν» ή «συγγνώμη που αργώ», άρχισε αμέσως το λογύδριό του.
Η φωνή του ήταν υγρή, γλυκιά και ρέουσα σαν νωπός ερυθρός οίνος που κυλάει σε μαρμάρινο τραπέζι: «Αααα… Συκοβάρα μου πολυπαθή τιμωρημένε… Σκάφη μου συνωμότη… Και εσύ, Δήμητρα, που μας ακούς από εκεί πάνω και κάνεις δώρο τον συκωτό πλακούντα… Ακούστε όλοι, γιατί τώρα εγώ λέω τα σωστά νομίσματα. Εγώ, ο θεός του μεθυσιού, του γέλιου και των πραγμάτων που πρέπει να κλέβονται τη νύχτα για να είναι εύγευστα. Τα σύκα… αχ τα σύκα… Δεν είναι ούτε εμπόρευμα ούτε τιμωρία. Είναι μυστήριο. Είναι η γλύκα που στάζει όταν ο άνθρωπος τολμά να πάρει αυτό που δεν του ανήκει από τον γείτονα, που και αυτός γνωρίζει τον νόμο και έτσι δεν τρώει τα δικά του αλλά κλέβει των γειτόνων.
Είναι η απόδειξη ότι η Φύση γελάει με τους νόμους μας. Για αυτά και εγώ, ο Διόνυσος, κηρύσσω απόψε τον νέο, υγρό και αιώνιο νόμο: “Τα σύκα κλέβονται. Ο οίνος πίνεται. Και όποιος προσπαθήσει να τα πουλήσει… γίνεται συκιά… ή γίνεται τραγούδι… ή γίνεται και τα δύο!»
Με αυτά τα λόγια σήκωσε τον κάνθαρο και άρχισε να τον αδειάζει πάνω στις ρίζες του Συκοβάρα. Το κρασί χώθηκε στη γη και… την ώρα που ο οίνος άγγιξε τις ρίζες του Συκοβάρα, η γη αναστέναξε βαθιά. Από το σημείο που χώθηκε ο οίνος ανέβηκε αργά, σαν καπνός από παλιό πιθάρι, το Πνεύμα του Οίνου. Ήταν διάφανο, μελαχρινό, μυρωδάτο, γλυκόπιοτο και ολίγο ανέκαθεν μεθυσμένο.
Κούνησε το κεφάλι του και αμέσως γέμισε ο τόπος εικόνες-φαντάσματα:
– Ζεστός άρτος με σύκα και σταφίδες που ακόμα αχνίζουν
– Άρτος με τυρί, οίνο και φρέσκα σύκα κομμένα στη μέση
– Ξερά σύκα βουτηγμένα σε μέλι με καρύδια και αμύγδαλα
– Σύκα με σουσάμι ψημένα σε φύλλο συκιάς
–
Και μετά… άλλα τριακόσια και πλέον είδη τροφών, όλα με σύκα: σύκα σε
πίτες, σύκα σε λουκάνικα, σύκα σε σάλτσες, σύκα σε γλυκά, σύκα ακόμα και
μέσα σε τυρί που μύριζε ως θρίον έδεσμα θεϊκό…
Τα φαντάσματα χόρευαν γύρω από τη συκιά, γύρω από τον Σκάφη, γύρω από τον Διόνυσο, και γελούσαν χωρίς ήχο.Τότε ακούστηκε ξανά η φωνή της Δήμητρας, βαθιά και γεμάτη συγκίνηση αυτή τη φορά: «Τόσο ιερά είναι τα σύκα… Τόσο βαθιά ριζωμένα στην ψυχή των Ελλήνων… που ακόμα και οι θεοί δεν έχουν δύναμη να τα χωρίσουν από το ψωμί, τον οίνο και το τραπέζι. »
«Δεν ζητάει τίποτα άλλο η ψυχή του...» συνέχισε ο Σκάφης, και τα μάτια του σκοτείνιασαν από τη θύμηση της γεύσης. «Ένας άρτος σκούρος, καφέ, βαρύς, που κρατάει μέσα του την υγρασία της γης. Ένα ψωμί ζωντανό, που δεν ξεραίνεται, αλλά ωριμάζει με τον χρόνο, μερώνοντας μέρα με τη μέρα όπως το καλό κρασί στο πιθάρι. Κι αν πάνω του απλώσεις φρέσκο βούτυρο, στάξεις μέλι ορεινό και σπάσεις μερικές ρώγες από ώριμα σταφύλια… τότε, Σεβαστή Μητέρα, δεν τρως απλώς. Κοινωνείς με τη Φύση. Είναι όντως έδεσμα θεϊκό!»
Ο Διόνυσος, ακούγοντας για σταφύλια, άφησε
ένα βαθύ ρούφηγμα ικανοποίησης. Άπλωσε το χέρι του, άρπαξε μια νοητή
ρώγα από τα φαντάσματα που ακόμα αιωρούνταν και την πέταξε στο στόμα
του.
«Ακούς, αδελφή;» φώναξε ο θεός προς τον ουρανό,
κλείνοντας το μάτι στον Σκάφη. «Ο θνητός ξέρει να συνδυάζει τα δώρα μας!
Το βούτυρο της στάνης, το μέλι των μελισσών, το δικό σου βαρύ ψωμί και
τα δικά μου σταφύλια. Αν αυτό το τραπέζι δεν είναι λόγος για να παραβείς
έναν νόμο, τότε οι νόμοι σας είναι φτιαγμένοι από άχυρο!» και συνέχισε
«Μα πώς να διαλέξω, θεά μου; Αφού ο φούρνος κάθε γείτονα βγάζει άλλον
άρτο, και η στάνη κάθε άλλου άλλο τυρί! Έτσι φαίνεται η ευφυΐα των
Ελλήνων: Κάθε οικία πλούσιου η φτωχού είχε τα δικά του μοναδικά τυριά
και τον δικό του μοναδικό άρτο. Η κλοπή σύκων του γείτονα δεν είναι
αμαρτία, είναι εξερεύνηση!»
Ο Συκοβάρας ένιωσε για πρώτη φορά μετά από χιλιάδες χρόνια κάτι σαν ανακούφιση.Τα φύλλα του σταμάτησαν να τρέμουν από πόνο… και άρχισαν να τρέμουν από συγκίνηση. Ο
Διόνυσος χασμουρήθηκε μεθυσμένος και είπε: «Ωραία τα είπες, μάνα
Δήμητρα… Αλλά τώρα που τα θυμηθήκαμε όλα αυτά… τι κάνουμε με τον
Συκοβάρα; Τον αφήνουμε συκιά για πάντα ή τον κάνουμε κάτι ακόμα πιο
ιερό;»

1 σχόλιο:
ΕΙ
Δημοσίευση σχολίου