ΛΥΚΑΣΤΡΟΣ :
Αποσπάσματα από νεοφιλελέ και λοιπούς έρωτες των εκπτώσεων του Αυγούστου (ελαφρώς"πειραγμένος" ροκ Ζαμπέτας, ως χρονογράφημα)
Χειμώνας βαρύς, κρύο πολύ
κι εκείνο το βράδυ το φεγγάρι
δε βγήκε, τα σύννεφα χαμηλώσανε
και η βρόχα έπεφτε, στρέιτ θρου.
Εκείνος μονάχος του,
έψησε ένα καφεδάκι,
άναψε ένα τσιγαράκι, πήγε στη βιβλιοθήκη του,
πήρε τον πρώτο τόμο από
τ’ απομνημονεύματά του,
ξάπλωσε στη ντιβανοκασέλα του
κι άρχισε να τα διαβάζει ένα ένα.
Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά πράγματα. Μα σαν έφτασε στη σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια
εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι έξι, κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά,
έγραφε
ότι κάποτε εσηκώθη μίαν πρωίαν, πήγε εις ένα παράθυρο, έφτυσε τον κόρφο
του τρις και μετά είπε και μια παπαρίτσα για την Κύπρο.
Ευτυχώς το διπλωματικό δεν εκράτησε
παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα
διότι ούτος, εκ των υστέρων,
απεδείχθη ακατάλληλος και στο να προκαλεί κρίσεις
Κι έτσι “καθαρίσανε” ένα βράδυ που το φεγγάρι δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.
Σελίδα 9 του εβδομηκοστού τετάρτου τόμου.
Έγραφε ότι ήτανε καλοκαιριά κι ότι είχε βγει ο άλλος στην παραλία
να κάνει το μπάνιο του.
Εκεί γνώρισε μιαν νεαράν,
την επλησίασε, ανταλλάξανε
μερικές κουβέντες και την
ρώτησε για τ’ όνομά της.
Εγώ, της λέει αυτός, ονομάζομαι
Πριτς. Τον αγάπησε τρελά. Αλλά σαν μπήκε το φθινόπωρο, αυτή
την πούλεψε για την πατρίδα της και αυτός ξέμεινε μόνος του,
ένα βράδυ που το φεγγάρι
δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε
ράιτ θρου για να βάζει βεντούζες στην μαρέγκα για να πήξει.
Σελίδα 6, Άρθρο Βου,
Παράγραφος Ξου, Κεφάλαιο Θου.
Έγραφε για ένα Σκέρτσο που πήγε και τον
εσυνάντησε και του είπε ότι
θα έπρεπε να κάνει χάι κριτίκ σε ένα breaking bad και ένα Zero day του Νetflix, που του χάλαγαν το στόρυ.
Αυτός δεν έφερε αντίρρηση και περί την ώραν μηδέν και τριάντα τρία πρώτα και σαράντα
εννέα δεύτερα, αμόλησε μια κοτσάνα περί προσευχών πλάι σε μια Μαντόνα,
δείγμα ότι το ρετιρέ του ήτο και αυτουνού τελείως ακατοίκητο. Τηρούσε
βλέπεις και αυτός αλλού όχι προς τα υπόγεια, όπου ως γνωστόν είναι η
πραγματική θέα, αλλά από το ρετιρέ του Πύργου της Μίζας @ Ellinikon bay
(alias Ριβιέρα του Πύργου του Ματιού του Μόρντορ, αν έχεις ακουστά).
Η μέρα πλησίασε, εκείνος, μπήκε στο μπάνιο του, έριξε τα αποσμητικά του, τα απορρυπαντικά του, ντύθηκε, φόρεσε το καλό του ηλίθιο χαμόγελο ενώ απ’ όξω το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα από τις ροκχάλες έπεφτε, ράιτ θρου.




























