ΕΛΛΗΝΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (18)
Θ ά ν α τ ο ς Σ ω κ ρ ά τ ο υ ς.
Προ της ανατολής του ηλίου πολλοί των μαθητών του συνηθροισμένοι ήσαν εν τωι προ της φυλακής χώρωι.
Σωκράτης δ’ εκείνης της νυκτός ανεπέπαυτο ( είχε αναπαυθή) λαμπρώς και ουδόλως ετετάρακτο (είχε ταραχθή). Άμα δε τηι ημέρα εισήλθον δια της προς βορράς τετραμμένης (εστραμμένης) πύλης πολλοί, μεταξύ δε και οί παίδες κεκομισμένοι (αφιγμένοι) ήσαν . Σωκράτης δε προς τους ηθροισμένους (συγκεντρωμένους) έλεγεν. « Άνδρες φίλοι, άπαντα τον βίον πεπολίτευμαι σωφρόνως και αξίως της πόλεως. Διδάσκων τους νέους και προάγων (προωθών) αυτούς επ’ αρετήν ουδεπώποτε πέπραγμαι (έχω λάβει) μισθόν αυτούς νομίζων (θεωρώντας) ούτω τα υπό των θεών τεταγμένα μοι (τα διατασσόμενα σε μένα) πράττειν. Ησθανόμην δ’ ότι ουδενί τρόπω (με κανένα τρόπο) αποτετραμμένος αν είην τούτου (θα αποτρεπόμουν απ’ αυτό). Διό και υμείς μηδέποτε παύσεσθε πολιτευόμενοι δικαίως. Εάν γαρ ούτω πεπαιδευμένοι ήτε (είστε διαπαιδαγωγημένοι), ωφέλιμοι τηι πολιτεία έσεσθε.» Ταύτα αυτοίς είπεν
Κληθείς δε μετά τούτο έλεξεν (είπε). « Αλλ’ Κρίτων, ενεγκέτω τις (ας φέρει κάποιος) το φάρμακον, ει τέτριπται (εάν έχει τριφθή)». Και ο άνθρωπος εν κύλικι (σε ποτήρι) το φάρμακον τετριμμένον ήνεγκε (έφερε) τωι Σωκράτηι. Και ούτος μεν εξέπιε ηρέμα τούτο, πολλοί δε των παρόντων εγκεκαλυμένοι το πρόσωπον (έχοντας καλύψει το πρόσωπο) ταις χερσίν (με τις παλάμες) απέκλαιον. Ο δ’ επειδή τα σκέλη ησθάνετο βαρυνόμενα, ύπτιος κατεκλίνετο. Ο δ’ άνθρωπος (δήμιος) διατρίψας συχνόν χρόνον (περιμένοντας για λίγο) εξεκάλυψεν αυτόν (τον ξεσκέπασε)--- ενεκεκάλυπτο γαρ (γιατί είχε σκεπασθή)---
Κρίτων δ’ ιδών αυτόν νεκρόν συνέκλεισε το στόμα και τους οφθαλμούς.
Η ρ α κ λ ή ς έ φ η β ο ς.
Ηρακλής έφηβος γενόμενος εν απορία ήν (ήτο) ποίαν οδόν επί τον βίον τράποιτο (να τραπή). Την δι’ αρετήν ή την δια κακίαν. Εγένετο ούν έξω της πόλεως και ενταύθα τωι Διί ηύχετο λέγων. « Ζεύ πάτερ, γενού βοηθός , ίνα την αρίστην τράπωμαι και ωφέλιμος τοις ανθρώποις γένωμαι « Αίφνης επιφαίνεται γυνή τα μάλιστα κεκαλλωπισμένη. Αύτη προσγενομένη (προσεγγίζοντας) τωι Ηρακλεί λέγει. « Επυθόμην (Επληροφορήθην), ω Ηράκλεις, ότι εν απορία εί (είσαι), εις ποίαν οδόν επί τον βίον τράπη (στην ζωή σου να τραβήξης). Εάν έλη (προτιμήσης) εμέ και επίσπη μοι (και μ’ ακολουθήσης), έξω σε (θα έχω δια σε) την ηδίστην και ράστην (την πιο ευχάριστη και εύκολη) οδόν. Πάντα δε τάγαθά έξεις (θα έχεις) απονώτατα (ακοπότατα). Ουδείς δε φόβος μη γένηται (μη συμβή) ποτέ απορία τούτων (στέρηση τούτων). Παρέχω (Επιτρέπω) γαρ τοις συνούσιν εμοί (στους οπαδούς μου) την εξουσίαν (την δύναμιν) ευρίσκεσθαι τα αγαθά πανταχόθεν (να αποκτούν τα αγαθά από παντού) και δια κλοπής».
Εν τούτωι επιφαίνεται μακρόθεν δευτέρα γυνή. Αύτη αφικομένη πλησίον τωι Ηρακλεί λέγει. « Εγώ, ω Ηράκλεις, ήκω (φθάνω) προς σε ουκ άπειρος ούσα των γονέων (μη αγνοούσα τους γονείς σου) και γιγνώσκουσα την αγαθήν φύσιν και παιδείαν εκ παιδός. Ελπίζω δε, ει τράποιο (τραπής) την προς εμέ οδόν, γενέσθαι αν σε (θα γίνης) αγαθόν εργάτην των σεμνών (ενδόξων) και των καλών (και των ωραίων.) Επιλαθού των ηδέων ταύτης λόγων (Ξέχνα τα λόγια της κυρίας αυτής) και ελού εμέ (και προτίμα εμέ), ίνα αγσθός ανήρ γένη» . Ηρακλής δ’ ήρετο (ερώτησε) πώς ταύτας ονομάζουσι. Πυθόμενος (Πληροφορούμενος) δ’ ότι η μεν πρώτη Κακία, η δε Δευτέρα Αρετή ονομάζονται, είλετο (εδιάλεξε) την αρετήν και ανήρ ένδοξος εγένετο.
Α ρ π α γ ή Π ε ρ σ ε φ ό ν η ς.
Περσεφόνη θυγάτηρ Δήμητρος ήν. Παιδευθείσα δε και ανατραφείσα υπ’ αυτής λαμπρώς καλλίστη και σωφρονεστάτη των παρθένων εγένετο. Ταύτην Πλούτων γυναίκα ηβουλήθη λαβείν (ήθελε να κάμη).
Πορευθείς ούν προς τον Δϊα,. τον αδελφόν είπεν αυτώι. « Ζευ, βούλομαι Περσεφόνην γυναίκα αρπάσαι» . Έλεγε δ’ ότι του έργου τούτου ουδέποτε απαλλαγήσοιτο (θα παρητείτο). Ζευς δε πεισθείς επιτρέπει τούτο τωι Πλούτωνι.
Συλλεγείσαι ουν ποτέ (Συγκεντρωθείσαι λοιπόν κάποτε) αι παρθένοι εις τους αγρούς επορεύθησαν άνθη συλλέξουσαι. Περσεφόνη δ’ απαλλαγείσα (αποχωρισθείσα) των άλλων συνήθροιζεν άνθη. Αίφνης η γη διασχισθείσα την Περσεφόνην κατέπιεν. πράγματι δ’ όμως αύτη υπό Πλούτωνος αρπαγείσα εις Άδου ήχθη (μετεφέρθη).
Αι άλλαι παρθένοι διασωθείσαι οίκαδε ενόμισαν ταύτην εις βάραθρον κατακρημνισθήναι. Δημήτηρ δε νυκτός και ημέρας περιάγουσα (περιφερομένη) ανημμέναις λαμπάσι (με αναμμένες λαμπάδες) την θυγατέρα ουχ ηύρισκεν. Επεί (Όταν) δε εμηνύθη αυτήι υπό ερμηνέων (απεκαλύφθη σ’ αυτήν από μάντεις) ότι Περσεφόνη υπό Πλούτωνος αρπαγείη (θα είχε απαχθή) , προσήλθε τωι Διί (στον Δία) κλαίουσα κι είπεν αυτώι. « Ζευ πάτερ, πώς αν ησθείην (πώς να χαρώ) και τερφθείην (να ευχαριστηθώ) εν τωι βίω άνευ θυγατρός;» Ζεύς δε μεταπεμψάμενος (εκ νέου καλέσας) Πλούτωνα λέγει αυτώι. « Ω Πλούτων, η Περσεφόνη το ήμισυ μεν του έτους μενέτω παρά σοι (αν μένει κοντά σου), το δ’ έτερον (το δε άλλο μισό) παρά τηι μητρί. Πορεύθητι ούν (πήγαινε τώρα λοιπόν), Περσεφόνη, προς την μητέρα» .
Ούτω Ζευς νομίσας (Αφού έτσι ενόμισε ο Ζευς) τον τε Πλούτωνα ησθήσεσθαι (ότι θα ευχαριστήση) και την Δήμητρα ανακουφισθήσεσθαι (ότι θα παρηγορήση) τα κατά Περσεφόνην έταξεν (τα σχετικά με την Περσεφόνην εκανόνισε).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου