ΕΛΛΗΝΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (29)
(Πλάτωνος Επιατολή Ζ 324b – 325)
Νέος εγώ ποτε ών πολλοίς ταυτόν (το ίδιο) έπαθον. ωήθην (ενόμισα), ει θάττον (εάν όσο πιο γρήγορα) εμαυτόν γενοίμην κύριος (θα είχα αποκτήσει αυτοκυριαρχία), επί τα κοινά της πόλεως ευθύς ιέναι (εις την πολιτικήν ευθύς να προσχωρήσω.) Και μοι τύχαι τινες (και κάποιες συμπτώσεις) των της πόλεως πραγμάτων τοιαίδε παρέπεσον (τέτοιες μεσλάβησαν σε μένα.) υπό πολλών γαρ της τότε πόλεως λοιδορουμένης (επειδή η τότε πόλις αποδοκιμαζόταν για πολλά) μεταβολή (πραξικόπημα) γίγνεται, τριάκοντα δε πάντων άρχοντες κατέστησαν αυτοκράτορες (δικτάτορες.) τούτων δε τινες οικείοι τε όντες και γνώριμοι ετύγχανον εμοί, και δη και παρεκάλουν (προσκαλούσαν) ευθύς εις τα προσήκοντα (πρέποντα εις εμέ) πράγματά (αξιώματα) με και εγώ ουδέν θαυμαστόν έπαθον υπό νεότητος (και εγώ δεν έπαθα κάτι το αξιοθαύματο λόγω νεότητος.) ωήθην (Εθεώρησα) γαρ αυτούς εκ τινος αδίκου βίου επί δίκαιον τρόπον άγοντας (οδηγώντας) διοικήσειν δη την πόλιν, ώστε αυτοίς σφόδρα προσέχειν τον νουν (να παρακολουθώ αυτούς στενά), τι πράξειεν (τι θα πράξουν.)
Και ορών δήπου τους άνδρας εν χρόνω ολίγωι χ ρ υ σ ό ν α π ο δ ε ί ξ α ν α τ α ς την έμπροσθεν πολιτείαν (το προηγούμενο πολίτευμα) – τα τε άλλα (και προς τούτοις) και φίλον άνδρα εμοί πρεσβύτερον Σωκράτη, όν (τον οποίον) εγώ σχεδόν ουκ αν αισχυνόμην ειπών (δεν θα εντρεπόμουν ειπείν) δικαιότατον είναι των τότε, επί τινα των πολιτών (σε κάποιον πολίτη) μεθ’ ετέρων έπεμπον (μαζύ με αλλον έπεμπαν οι τριάκοντα), βία άξοντα (να οδηγήσουν δια της βίας) ως αποθανούμενον (προς εκτέλεσιν), ίνα δη μετέχοι των πραγμάτων αυτοίς (ώστε να συνεργαζόνταν, ο Σωκράτης μαζύ των), είτε βούλοιτο (οικοθελώς) είτε μη. ο δε ουκ επείθετο, παν δε παρεκινδύνευσεν παθείν πριν (προτού) ανοσίων αυτοίς έργων γενέσθαι κοινωνός (αποβή συνεργός των εγκλημάτων μ’ αυτούς) - ά δη πάντα καθορών (όλα αυτά λοιπόν παρατηρώντας) και ει τιν’ άλλα τοιαύτα ου σμικρά, εδυσχέρανά (έγινα δύσπιστος) τε και αυτόν επανήγαγον (απoστασιοποιήθην της πολιτικής) υπό των τότε κακών (λόγω των τότε κακουργημάτων).
* * *
ΗΣΙΟΔΟΥ: Έργα και Ημέραι: (760-764)
Δεινήν (κακήν) δε βροτών (υπό των ανθρώπων) υπαλεύετο (να φυλάγεσαι) φήμην.
Φήμη γαρ τε κακή πέλεται (πλησιάζει), κούφη μέν αείραι (και όπως κάτι άδειο μεν να την σηκώσεις)
ρεία μάλ’ (πανεύκολο), αργαλέη δε φέρειν (αλλά δύσκολα την υποφέρεις), χαλεπή (πολύ δύσκολα) δ’ αποθέσθαι (και να την αποφορτωθής).
Φήμη δ’ ου εις πάμπαν απόλλυται (δεν αποσβέννυται τελείως), ήντινα πολλοί /
λαοί φημίξωσι (εάν πολλοί την διαδώσουν.) θεός νυ τις (ένας θεός) έστι και αυτή.
* * *
(ΗΣΙΟΔΟΥ: Έργα και ημέραι (825-8)
Άλλοτε μητρυιή (μητριά) πέλει (πλησιάζει) ημέρη, άλλοτε μήτηρ.
Τάων (Από αυτά) ευδαίμων τε και όλβιος (τέλειος) ός (όποιος) τάδε πάντα / ειδώς (ξΈροντας) εργάζηται αναίτιος αθανάτοισιν (μη παραβσίονοντας το θέλημα των αθανάτων θεών),
/ όρνιθας κρίνων (τους οιωνούς των πτηνών συμβουλευόμενος) και υπερβασίας αλεείνων (και την ύβριν αποφεύγοντας).
* * *
( ΗΣΙΟΔΟΥ: ΗΟΙΩΝ 35, 82) (Όταν οι θεοί ήσαν επί γης;)
Ξυναί (κοιναί) γαρ τότε δαίτες έσαν (αι εστιάσεις ήσαν), ξυνοί δε θόωκοι (κοινοί και οι θρόνοι) / αθανάτοισι θεοίσι (για τους αθάνατους ουράνιους θεούς) καταθνητοίς τ’ ανθρώποις (και τους επίγειους θνητούς ανθρώπους.) .
* * *
Εκ γαρ τοι Μουσέων και εκηβόλου Απόλλωνος / άνδρες αποιδοί έασιν επί χθόνα και κιθαρισταί / εΕκ δε Διός βασιλήες. ο, όλβιος (τέλειοε) όν τινα Μούσαι / φίλωνται ([εχουν φίλο.). γλυκερά οί από στόματος ρέει αυδή (ωδή.) / ει γαρ τοι και πένθος έχων νεοκηδέει (πρόσφατο) θυμώι (στην καρδιά) / Μουσέων θεράπων κλέα (τα ευκλεή) προτέρων ανθρώπων / υμνήση μακαράς τε θεούς, οί Όλυμπον έχουσιν / αίψ’ (πάραυτα) δ’ ό γε δυσφροσυνέων επιλήθεται (τα βάσανα παραδίδει στην λήθη) ουδέ τε κηδέων / μέμνηται. (ουδέ των επικηδείων διατηρεί μνήμη) ταχέως δε παρέτραπε δώρα θεάων ( εξαλείφουν αυτά τα δυσάρεστα τα δώρα των θεών.)
Ησιόδου: Θεογονία (94 – 103)
* * *
Χαίρετε τέκνα Διός , δότε δ’ ιμερίεσσαν αυδήν ( ωδήν από ίμερο) / κλύετε δ’ (ακούετε δε) αθανάτων ιερόν γένος αιέν εόντων, / οι Γης τ’ εξεγένοντο και Ουρανού αστερόεντος, / νυκτός τε δνοφερής (ζοφερής) ούς θ’ αλμυρός έτρεφε Πόντος. / είπατε δ’ ως τα πρώτα (πώς κατά πρώτον) θεοί και γαία γένοντο / και ποταμοί και πόντος απείριτος, οίδμασι θυίων, / άστρα τε λαμπετόωντα και ουρανός ευρύς ύπερθεν / οι τ’ εκ των (εκ των οποίων) εγένοντο θεοί, δοτήρες εάων (των ευγενών πραγμάτων) / ως τ’ άφενος δάσσαντο και ως τιμάς διέλοντο (και τα αξιώματα διεμοίρασαν / ηδέ και ως τα πρώτα πολύπτυχον έσχον (κατέκτησαν) Όλυμπν.
Ταύτα μοι έσπετε Μούσαι, Ολύμπια δώματ’ έχουσαι / ή τοι μεν πρώτιστα Χάος γένετ’ αυτάρ έπειτα / Γαί’ ευρύστερνος πάντων έδος (έδρα) ασφαλές αιεί, / Τάρταρά τ’ ηερόεντα (με τα αέρια ρεύματα) μυχώι χθονός ευρυοδείης (στα μύχια της γης) / ή δ’ Έρως κάλλιστος εν αθανάτοισι θεοίσι, / λυσιμελής (ο παραλύων τα μέλη) , πάντων δε θεών πάντων τ’ ανθρώπων / δάμναται (δαμάζει) εν στήθεσι νόον και επίφρονα βουλήν (την σώφρονα βούλησιν_ εκ Χάους δ’ Έρεβος τε μέλαινα τε Νύξ εγένοντο / νυκτός δ’ αυτ’ Αιθήρ τε και Ημέρη εξεγένοντο / ούς τέκε κυσαμένη (γέννησε καταστάσα έγκυος) Ερέβει φιλότητι μιγείσα (ελθούσα εις ερωτικήν συνουσίαν με το . Έρεβος/ Γαία δε τοι πρώτον μεν εγείνατο ίσον δ’ αυτή / ουρανόν αστερόενθ’ ίνα μιν περί πάντα καλύπτοι, / όφρ’ είη (για να είναι)_ μακάρεσσι θεοίσι έδος ( έδρα) ασφαλές αιεί.
(Ησίοδος (116-128)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου