ZEYΣ ΕΛΑΥΝΩΝ


Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

ΕΛΛΗΝΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (30)

  

ΕΛΛΗΝΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (30)  

 

ΓΝΩΜΙΚΑ  

Ιατρική νόσους σώματος ακέεται (ιαίνει), σοφίη δε ψυχήν παθών αφαιρέεται (αποκόπτει.) (ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ, Ντιλς, ΙΙ, σελ. 152)

Πειρώ (Προσπάθει) τωι σώματι (σωματικά) μεν είναι φιλόπονος, τηι δε ψυχηί (ψυχικά δε) φιλόσοφος. (ΙΣΟΚΡΑΤΟΥΣ, Προς Δημόνικον 40.) 

Μεγαλοψυχία δε εστί αρετή ψυχής, καθ’ ήν δύναται φέρειν (να φέρει) ευτυχίαν και δυστυχίαν και τιμήν και ατιμίαν. (ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Ανθ. Στοβ. Α, 18)  

Όθεν ουτ’ οικία πολυτελής, ούτε χρυσίου πλήθος ουτ’ αξίωμα γένους ούτε μέγεθος αρχής (εξουσίας), ου λόγου χάρις ή δεινότης (δύναμι) ευδίαν (ηρεμίαν) παρέχει βίωι (στον ανθρώπινο βίο) και γαλήνην τοσαύτην (τόσο πολλή) όσην ψυχή καθαρεύουσα (απηλλαγμένη) πραγμάτων και βουλευμάτων (λογισμών) πονηρών και την του βίου πηγήν (και την του βίου αρχήν) το ήθος (κατά το ήθος) ατάραχον έχουσα και αμίαντον (καθαρόν). (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ Ηθικά 477 Α) 

Υφ’ ών κρατείσθαι την ψυχήν αισχρόν (Εξ όσων να κυριαρχείται η ψυχή αιχχρόν είναι) εγκράτειαν άσκει (να ασκείς) πάντων, κέρδους, οργής, ηδονής, λύπης. (ΙΣΟΚΡΑΤΟΥΣ Προς Δημόνικον 21).

Χρη ψυχήν λιπείν (Πρέπει να αφήνεις μόνη την ψυχή) μηδ’ ανιάζειν (μήτε να την στενοχωρείς) δακρύοις και θρήνοις. (Σωκράτης, Ανθ. Στοβ. ΡΙΗ 24)  

 

ΚΕΙΜΕΝΑ

Αλλά μην προς γε το τοις πολλοίς συμφέρειν (προς το συμφέρον των πολλών) τους νόμους πράους (οι νόμοι επιεικείς) και μετρίους (μετριοπαθείς) είναι (για να είναι) τάδε χρή σκοπείν (αυτό χρειάζεται να έχετε υπ’ όψιν). Έστιν, ω, άνδρες Αθηναίοι, δύ’ είδη περί ών εισίν (είναι) οι νόμοι κατά πάσας τας πόλεις. Ών (Των οποίων νόμων) το μεν εστιν (το μεν είναι), δι’ ών (νόμων) χρώμεθα αλλήλοις (μεταχειριζόμεθα μεταξύ μας) και συναλλάττομεν (συναλλασσόμεθα) και περί των ιδίων ά χρη ποιείν διωρίσμεθα (και για τα ιδιωτικά μας τι να κάνωμε κανονιζόμεθα) και ζώμεν όλως ως προς ημάς αυτούς (και ζώμεν το ατομικόν μας βίον),

το δε, (το δε είναι) όν τρόπον δεί (με ποιον τρόπον πρέπει), τωι κοινώι (στο σύνολο) της πόλεως έν’ έκαστον ημών χρήσθαι (έκαστος εξ ημών να φέρεται), αν πολιτεύεσθαι βούληται (αν θέλη να πολιτεύεται) και φη κήδεσθαι της πόλεως (και αποφασίζη να κηδεμονεύει την πόλι.) Εκείνος μεν τοίνυν τους νόμους τους περί των ιδίων (ιδιωτικών υποθέσεων) ηπίως κείσθαι (να θέτη) και φιλανθρώπως υπέρ των πολλών εστιν (είναι.) τούσδε δε τους περί των προς το δημόσιον τουναντίον ισχυρώς και χαλεπώς (αυστηρώς) έχειν (να έχη) υπέρ υμών εστί (είναι.) ούτω γαρ αν ήκιστ’ (το ολιγότερο δυνατόν) οι πολιτευόμενοι (οι πολιτικοί)τους πολλούς υμάς αδικοίεν (τους πολλούς εσάς θα αδικούν). Όταν δε τούτωι τωι λόγωι χρήται (χρησιμοποιή τούτο το επιχείρημα ο Τιμοκράτης)), επί ταύτ’ απαντάτε (γι αυτά ν’ απαντάτε), ότι τους νόμους ουκ εκείνους τους υπέρ υμών πράους ποιεί (δεν καθιστά επιεικείς), αλλά τουσδ’ οι (αλλά αυτούς οι οποίοι) τοις πολιτευομένοις (στους ασκούντας την διοίκησι της πόλεως) φόβον παρέχουσιν.             

(Δημοσθένους, κατά Τιμοκράτους, & 192 – 193)

 

Ο δε Θεμιστοκλής προαισθόμενος (προαισθανθείς) φεύγει εκ Πελοποννήσου ες Κέρκυραν, ών (όντας) αυτών ευεργέτης. Δεδιέναι δε φασκόντων Κεκυραίων έχειν αυτόν (Των δε Κερκυραίων λεγόντων ότι φοβούνται να τον κρατήσουν) ώστε Λακεδαιμονίοις και Αθηναίοις απεχθέσθαι (ώστε να να καταστήσουν εχθρούς των Λακεδαιμονίους αλλά και Αθηναίους) διακομίζεται υπ’ αυτών ες την ήπειρον (ξηράν) την κατάντικρύ. Και διωκόμενος υπό των προστεταγμένων (απεσταλμένων διωκτών του) κατά πίστιν ή χωρείη (κατά πληροφόρησιν όπου πήγαινε), αναγκάζεται κατά τι άπορον (από αμηχανία κάπως) παρά Άδμητον, τον Μολοσσών βασιλέα όντα αυτώι ου φίλον καταλύσαι (να ζητήση άσυλο.) Και ο μεν ουκ έτυχεν επιδημών (παρών), ο δε της γυναικός ικέτης γενόμενος διδάσκεται υπ’ αυτής τον παίδα σφων (τους) λαβών (παίρνοντας στα χέρια του) καθέζεσθαι (να καθίση) επί την εστίαν.

Και ελθόντος ου πολύ ύστερον του Αδμήτου δηλοί τε ος εστι (αποκαλύπτει ποιος είναι) και ουκ αξιοί (δεν θεωρεί άξιον), ει τι άρα (εάν κατά κάποιον τρόπο) αυτός αντείπεν αυτώι ( ο ίδιος αρνήθηκε εις αυτόν) Αθηναίων δεομένωι (όταν χρειαζόταν την βοήθειαν των Αθηναίων), φεύγοντα τιμωρείσθαι. (καταφεύγοντας ως εξόριστος να τιμωρείται). και γαρ (αφού) αν υπ’ εκείνου πολλώι ασθενεστέρου (αν σε πολύ δυσκολότερη θέσι από κείνον) εν τωι παρόντι (στην παρούσα κατάστασι) κακώς πάσχειν (αξιοί να πάθη κακό), γενναίον δε είναι (ενώ είναι ευγενές) τους ομοίοους από του ίσου τιμωρείσθαι (οι όμοιοι από ίσης θέσεως να τιμωρούνται.) Και άμα (αν) αυτός μεν εκείνωι (με εκείνον) χρείας τινος (για κάποια ανάγκη ) και ουκ ες το σώμα σώζεσθαι (και όχι διατρέχοντας κίνδυνο ζωής)  εναντιωθήναι (να του αρχνήθηκε), εκείνον δ’ αν, ει εκδοίη (αν παρέδιδε) αυτόν (ειπών υφ’ ών και εφ’ ώ διώκεται) (λέγοντας από ποιους και γιατί διώκεται), σωτηρίας αν της ψυχής αποστερήσαι (θα στερήση την σωτηρία της ζωής του.)

(Θουκυδίδου Α,  & 136)  

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: