ΕΛΛΗΝΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (22)
Παραφράζοντες τα αρχαία ημών ελληνικά οξύνομεν τον νουν, εμπλουτίζομε την σύγχρονη γλώσσα μας που δεν έχει άλλη συγγενική, διευρύνομε το γνωστικό μας πεδίο και καλλιεργούμε ιδανικά ψυχή και πνεύμα. (Δεδομένου ότι κυκλοφορεί ευρέως και Αλτσχάιμερ.)
Πλάτωνος Μενέξενος (& 237 e d )
Έστι δε αξία η χώρα και υπό πάντων ανθρώπων επαινείσθαι ( αξίζει να επαινείται), οι μόνον υφ’ υμών, πολλαχή μεν και άλληι ((όχι μόνο από σας, και για πολλούς λόγους) πρώτον δε και μέγιστον ότι τυγχάνει θεοφιλής. μαρτυρεί δε ημών τωι λόγωι η των αμφισβητησάντων περί αυτής (η διαφωνία γι αυτήν) θεών έρις τε (και η φιλονικία) και κρίσις. Ήν δη (την οποία δηλαδή) θεοί επήνεσαν πώς ουχ υπ’ ανθρώπων γε ξυμπάντων δικαία επαινείσθαι (πώς δεν δικαιούται να επαινείται απ’ όλους τους ανθρώπους;)
Δεύτερος δε έπαινος δικαίως άν αυτής είη, ότι εν εκείνω τωι χρόνωι, εν ώ η πάσα γη * ανεδίδου και έφερε (παρήγαγε) ζώα παντοδαπά (παντοειδή), θηρία τε βοτά (θηρία σαρκοφάγα και φυτοφάγα), εν τούτωι η ημετέρα (η δική μας γη) θηρίων μεν αγρίων άγονος και καθαρά (άγονος και απηλλαγμένη) εφάνη, εξελέξατο δε των ζώων (επέλεξε δε μεταξύ των ζώων) και εγέννησε άνθρωπον, ό συνέσει τε (το οποίο και στην σύνεσι) υπερέχει των άλλων και δίκην και θεούς μόνον νομίζει (αναγνωρίζει). μέγα δε τεκμήριον και τούτωι τωι λόγωι (και δια τον λόγον αυτόν) ότι ήδε έτεκεν (αυτή γέννησε) η γη τους των δε τε και τους ημετέρους (εκείνους και τους δικούς μας) προγόνους. Παν γαρ το τεκόν (Διότι κάθε τι που γεννά) τροφήν έχει (διαθέτει) επιτηδείαν ώ αν τέκηι. (κατάλληλον για ό,τι θα γεννήση). ό δη (το οποίον δηλαδή) και η ημετέρα γη τε και μήτηρ ικανόν (πειστικόν) τεκμήριον (είναι) ως ανθρώπους γεννησαμένη (ότι γέννησε ανθρώπους). μόνη γαρ εν τωι τότε και πρώτη τροφήν ανθρωπείαν ήνεγκε (παρήγαγε) τον των πυρών και κριθών καρπόν (τον καρπόν σίτου και κριθής), ώι (δια του οποίου) κάλλιστα και άριστα τρέφεται (διατρέφεται) το ανθρώπειον γένος.
· (Σ.τ. σ.) Η ανωτέρω αναφορά υπαινίσσεται την μυθολογικήν παράδοσιν των πανάρχαιων Αθηναίων που υπονοεί ην αστροβιολογική προέλευσι των πρώτων ζώων και του πρώτου ανθρώπου (εποχή του Κρόνου) ότε η γένεσις αυτών (περισσότερα εις το β΄ Βιβλίον των ¨Πολιτικών¨του Πλάτωνος) ήτο όπως και των φυτών αυτόματος εκ της γης. και όχι εκ του σπέρματος όπως σήμερον (εποχή του Δ-ιός ήτοι των δ-ύο φύλων αναπαραγωγής των ζώων), οφειλομένη εις το πιο αξιοθαύμαστον αστρονομικόν φαινόμενον, την ανά δεκαχιλιετίαν περίπου εναλλασσομένην αντιστροφή των πόλων του σύμπαντος, με συνέπειαν υπερκατακλυσμούς, εκρήξεις ηφαιστείων, ολικούς σχεδόν αφανισμούς των ζώντων πλασμάτων έως και ολοκλήρων ηπείρων, με συνέπειαν και την αλλαγήν της γενετήσιας συμπεριφοράς των εναπομεινάντων ζώων ως και του ανθρώπου. Τα ανωτέρω ήσαν κοινή πεποίθησις των αρχαίων Ελλήνων, (ή των αρχαίων Αθηναίων τουλάχιστον, που επίστευον εις την αυτοχθονίαν των) όπερ αποτελεί και το ύπατον ελληνικόν μυστήριον, μυστήριον επιστημονικόν το οποίον σήμερον σχεδόν παντελώς αγνοείται (εκτός ίσως υπό της Ν.Α.Σ.Α.)… ή και αποσιωπάται δια σοβαρούς πολιτικοθρησκευτικούς λόγους λόγω της κοσμογονικής ανατρεπτικής του βαρύτητος, (μια κυριολεκτικώς γνωσιακή ατομική βόμβα…) όπως και ο Μύθος, ο σκοτεινός Αρκάδιος Μύθος, της Λυκανθρωπίας (παράβαλλε και Λίστα Επστάιν...) ΕΔΩ.
Θουκυδίδου ( ΣΤ & 24) (Περί Σικελικής εκστρατείας)
Ο μεν Νικίας τοιαύτα είπεν νομίζων τους Αθηναίους τωι πλήθει των πραγμάτων (λόγω των πολλών δυσχερειών) ή αποτρέψειν ή ει (ή εάν) αναγκάζοιτο στρατεύεσθαι, μάλιστ’ αν ούτως ασφαλώς εκπλεύσαι (να εκπλεύσουν έτσι τα μάλιστα εκ του ασφαλούς). οι δε το μεν επιθυμούν του πλου ούκ εξηρέθησαν (αυτοί δε δεν παρητήθησαν από την επιθυμίαν του έκπλου) υπό του οχλώδους της παρασκευής (λόγω της κοπιαστικής προετοιμασίας) , πολύ δε μάλλον ώρμηντο και τούναντίον περιέστη αυτώι (και το αντίθετο απέβη σ’ αυτόν). εύ τε γαρ παραινέσαι έδοξε (τους φάνηκε και σαν παρώθησι) και ασφάλεια νυν δη και πολλή έσεσθαι (θα υπάρξει.).
και έρως ενέπεσε τοις πάσιν ομοίως (σε όλους το ίδιο) εκπλεύσαι. Τοις μεν γαρ πρεσβυτέροις (στους μεν ηλικιωμένους) ως ή καταστρεψομένοις εφ’ ά έπλεον (ή θα καταστρέψουν για όσα θα ταξίδευαν) ή ουδέν αν σφαλείσαν μεγάλην δύναμιν ( ή δεν θα πάθη τίποτα τέτοια μεγάλη ναυτική δύναμις) , τοις δ’ εν τηι ηλικία (στους δε ωρίμους) της τε απούσης πόθωι όψεως και θεωρίας (από πόθο να δουν και να γνωρίσουν μια μακρινή χώρα), και ευέλπιδες όντες σωθήσεσθαι (ότι θα επιβιώσουν.).
ο δε πολύς όμιλος και στρατιώτης εν τε τωι παρόντι αργύριον οίσειν και προσκτήσεσθαι δύναμιν (ότι θα αποκτήσουν χρήματα και αξιώματα) όθεν αϊδιον μισθοφορίαν υπάρξειν (εκ των οποίων θα υπάρξει μόνιμος μισθοδοσία.) Ώστε δια την άγαν (μεγάλην) των πλεόνων (των περισσοτέρων) επιθυμίαν, ει τωι άρα (αν και σε κάποιον) και μη ήρεσκε, δεδιώς (φοβούμενος) μη αντιχειροτονών κακόνους δόξειεν είναι ( καταψηφίζων φανή κακόβουλος ότι είναι) τηι πόλει (για την πόλι) ησυχίαν ήγεν (εσιώπα.).
Θουκυδίδου (ΣΤ & 31-32)
Και εν τωι παρόντι καιρώι, ως ήδη έμελλον μετά κινδύνων αλλήλους απολιπείν (μόλις μεταξύτων πλησίαζε ο επικίνδυνος αποχωρισμός), μάλλον αυτούς εισήει τα δεινά (περισσότερο τα δεινά ανελογίζοντο) ή ότε έψηφίζοντο πλείν (παρά όταν απεφάσιζαν την ναυτική εκστρατεία). Όμως δε τηι παρούσηι ρώμηι (αλλά πάλι με την παρούσα ναυτική ισχύ), δια το πλήθος εκάστων ών εώρων(από το πλήθος των πλοίων που έβλεπαν), τηι όψει ανεθάρσουν (αναθρρούσαν με την εμφάνισι). Οι δε ξένοι και ο όχλος κατά θέαν ήκεν (δια το θέαμα είχε συγκεντρωθή).
Παρασκευή γαρ τοιαύτη πρώτη εκπλεύσασα (Επειδή τέτοια ναυτική εκστρατεία πρώτη φορά) μιας πόλεως δυνάμει (με όλη την ναυτική δύναμι) ελληνικήι πολυτελεστάτηι δη και ευπρεπεστάτηι των ες εκείνον τον χρόνον (την εποχή εκείνη) εγένετο. Και ο στόλος ουχ ήσσον (καθόλου λιγότερο) τόλμης τε θάμβει (και από το εκθαμβωτικόν της τολμηρότητος) και όψεως λαμπρότητι (και από την λαμπρότητα του θεάματος) περιβόητος (αξιοθαύμαστος) εγένετο ή στρατιάς υπερβολήι(παρά με το μέγεθος του στρατεύματος), και ότι μέγιστος ήδη διάπλους από της οικείας (από την πατρίδα) και επί μεγίστηι ελπίδι των μελλόντων προς τα υπάρχοντα (και με την μεγίστη ελπίδα για τα μέλλοντα λόγω των πολεμικών δυνάμεων που υπήρχαν) επεχειρήθη.
Επειδή δε αι νήες (τα πλοία) πλήρεις ήσαν και εσέκειτο πάντα ήδη (και ήδη όλα φορτώθηκαν) όσα έχοντες (όσα έχοντας ήδη) έμελλον ανάξεσθαι (επρόκειτον να εκπλεύσουν), τηι μεν σάλπιγγι σιωπή υπεσημάνθη, ευχάς δε τας νομιζομένας προ της αναγωγής (προ του έκπλου) ου κατά ναυν εκάστην (όχι ξεχωριστά για κάθε πλοίο), ξύμπαντες δε υπό κήρυκος εποιούντο (αλλά από κοινού δια του κήρυκος ανέπεμπον), κρατήρας τε κεράσαντες (αφού κρατήρας ανέμείξαν) καθ’ άπαν το στράτευμα (για όλο το στράτευμα) και εκπώμασι χρυσοίς τε και αργυροίς (και με ποτήρια χρυσά και αργυρά) οι τε επιβάται (το πλήρωμα) και οι άρχοντες (οι αξωματικοί) σπένδοντες (χύνοντας σπονδάς). (183)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου