ΕΛΛΗΝΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (36)
ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΊ
ΘΕΟΓΝΙΣ
Ουδέν φίλτερον (πιο εράσμιο) πάτρης (από την πατρίδα).
Ήλθον μεν γαρ έγωγε και ες Σικελήν ποτέ γαίαν,
Ήλθον δ’ Ευβοίης αμπελόεν πεδίον
Σπάρτην τ’ Ευρώτα δονακοτρόφου (του καλαμογόνου Ευρώτα) αγλαόν (λαμπρόν) άστυ
Και μ’ εφίλευν (εφίλευαν) προφρόνως (προθύμως) πάντες επερχόμενον
Αλλ’ ου τι μοι τέρψις επί φρένας (στα στήθη μου) ήλθον εκείνων.
ούτως ουδέν αρ’ ήν φίλτερον άλλο πάτρης.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ
Εις Φειδίαν ποιήσαντα (απεικονήσαντα) τον Ολύμπιον Δϊα.
Ή θεός ήλθε επί γην (κατέβηκε) εξ ουρανού εικόνα δείξων (την εικόνα του να δείξει),
Φειδία, ή συ γ’ έβης (ανέβηκες ψηλά) θεόν οψόμενος (τον θεό ν’ αντικρύσεις).
ΠΑΛΛΑΔΑΣ
Συμβολήν προς υπομονήν.
Ει το το φέρον (πεπρωμένο) σε φέρει (μεταφέρει), φέρε (υπόφερε) και φέρου (προσαρμόζου). Ει δ’ αγανακτείς,
και σ’ αυτόν λυπείς και το φέρον σε φέρει.
ΣΑΠΦΩ
ΕΙς ωραίον κόρην ακόμα ανύπανδρον
Οίον το γλυκύμαλον (γλυκύμηλον) ερεύθεται (ερυθρένεται) άκρω επί ύσδω (άκρο κλώνου)
Άκρωι επ’ ακροτάτωι (στο ακρότατο άκρο) λελάθοντο δε μαλοδρόπηες (και το είχαν λάθέψει οι μηλοσυλλέκται),
Ου μην εκλελάθοντ’ (Όχι μόνο το λάθεψαν), αλλλ’ ουκ εδύναντ’ επίκεσθαι (δεν μπορούσαν να φθπασουν).
Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α
(Πλάτωνος Λάχης & 188)
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΡΜΟΝΙΑ ΛΌΓΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ
Απλούν το γ’ εμόν, ω Νικία, περί λόγων εστίν, ει δε βούλει (αν θες), ουχ απλούν αλλά διπλούν. Και γαρ ει δόξαι μοι τωι (και επειδή για κάποιον μου φαίνεται) φιλόλογος (λόγιος) είναι και αυ (πάλι) μισόλογος (εχθρός του λόγου). Όταν μεν γαρ ακούω ανδρός περί αρετής διαλεγομένου (συζητούντος) ή περί τινος σοφίας ως αληθώς όντος ανδρός και αξίου των λόγων ών λέγει (επειδή είναι αληθώς άνδρας και ισάξιος των λόγων που εκφέρει), χαίρω υπερφυώς (υπερβολικά) θεώμενος άμα (βλέποντας συνάμα) τον λέγοντα και τα λεγόμενα ότι πρέποντα αλλήλοις και αρμόττοντα εστί (ότι σύμφωνα μεταξύ των και αρμοστικά είναι).
Και κομιδή μοι δοκεί (Και γενικά μου φαίνεται) μουσικός ο τοιούτος είναι αρμονίαν καλλίστην ηρμοσμένος ( έχοντας συνθέσει) ου λύραν ουδέ παιδιάς (διασκεδάσεως) όργανα, αλλά τωι όντι αυτός αυτού τον βίον σύμφωνον τοις λόγοις προς τα έργα, ατεχνώς δωριστί (εντελώς με δωρικόν ρυθμόν) αλλ’ ουκ ιαστί (αλλά όχι ιωνικόν), οίομαι δε (και κατά την γνώμη μου) ουδέ φρυγιστί (κατά φρυγικόν) ουδέ λυδιστί (κατά τον λυδικόν), αλλ’ είπερ μόνη Ε λ λ η ν ι κ ή εστί α- ρ μ ο ν ί α, ο μεν ουν τοιούτος χαίρειν με ποιεί ( με χαροποιεί) φθεγγόμενος (ομιλώντας) και δοκείν ότωι ουν φιλόλογον είναι (και με κάνει για τον καθένα να τον θεωρώ λόγιον) – ούτω σφόδρα (τόσο δυνατά) αποδέχομαι παρ’ αυτού τα λεγόμενα – ο δε ταναντία τούτων πράττων λυπεί με όσω αν δοκή άμεινον λέγειν (όσο και να φαίνεται ωραία να ομιλεί), τοσούτον μάλλον, και ποιεί αυ δοκείν είναι μισόλογον (και με κάνει να τον θεωρώ εχθρόν του λόγου).
























