ZEYΣ ΕΛΑΥΝΩΝ


Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ (138)

ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑ-ΛΕΞΙΓΝΩΣΙΑ

Αρχή σοφίας ελληνικών ονομάτων επίσκεψις.

Η ελληνική γλώσσα ομιλείτο πολύ πριν από την 2α π.Χ. χιλιετία και ευρίσκετο σε υψηλό επίπεδο τελειότητας.

Είναι η βασίλισσα των Γλωσσών.

Είναι η γλώσσα των Θεών.

«Ει Θεοί διαλέγονται, την των Ελλήνων γλώττη χρώνται»

 (Κικέρων)

Όθεν άριστα λέγεται παρά τοις φιλοσόφοις

το τους μη μανθάνοντας ορθώς ακούειν ονομάτων

κακώς χρήσθαι και τοις πράγμασιν.

(Πλούταρχος) 

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ (138) 

1) Ομηρική γλώσσα: ¨κωφήν γαίαν αεικίζεις μενεαίνων:¨  Το ρήμα ¨αεικίζεις¨ και η μετοχή αρσενικού γένους ο μενεαίνων φαίνονται εκ πρώτης όψεως άγνωστις λέξεις. Αν τις αναλύσεις όμως στα συνθετικά των ευρών ποια λέξι μας αρχίζει από ¨εικ-¨ και μεν-, μαν-, τότε ερμηνεύεις το ρήμα και προχωράς εξ αυτού και στην παράφρασι κατανόησι και όλης αυτής της ωραίας ομηρικής ατάκας.    

2) ουσ.   γνάθος: η ετυμολογία του. (πρβ. γωνία και γόνυ).

3)  προσβεβλημένος, -η, -ον. επιθετικοποιημένη μτχ. παθ. παρακειμ.: τίνος ρήματος;

4) επιθ. αδόκιμος (ο,η): τα συνθετικά και η ερμηνεία του.


5) αειφόρος ανάπτυξις λέμε. Το επιθ. ¨αειφόρος¨ πώς ερμηνεύεται και γιατί;

6) ρ. κωλυσιεργώ: Η ετυμολογία του.

7) ουσ. δοκησίσοφος (ο):  Τα συνθετικά του και η ερμηνεία του.

8) Βέτο. Στην ελληνική αρνησικυρία (η): Δηλαδή;      

Οι απαντήσεις από το προηγούμενο Νο (137) ΕΔΩ.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αι απαντήσεις του Λεξιθήρος   

1)  αεκείζω < α (νευ) + εικ- (πρβ. εικ-όνα) = παραμορφώνω, απομορφοποιώ, ασχημίζω. μενεαίνων (μετχ. ο) (πρβ. μένος, μαινόμενος, μανία, μήνις).  εδώ ο μαινόμενος. Παράφρασις του στίχου-ρητού: ¨κωφήν γη ασχημίζεις μαινόμενος – (με την μανία σου.)

 2)  γνάθος < ρίζα γν- (πρβ. γωνία, γόνατο, αγκύλη κ.π.) + ορ-ρθό- + γωνία ορθή = όπως είναι το οστούν της κάτω σιαγόνος.    

3)  προσβεβλημένος < ρ. (εν. ορ.) προσβάλλομαι.

4)    αδόκιμος < α (στερ.)  +  δοκιμ-ή (πρβ. δόκιμος= υπό δοκιμήν, το των μηχανικών δοκίμιον) = ο μη δόκιμος- δοκιμασθείς, ο υποψήφιος.

5) αειφορία < αεί + (καρπόν) φέρω = η συνεχής, αέναος καρποφορία (πρβ. ευφορία = η καλή (καρπο)φορία, η παραγωγικότης.)

6) ρ. κωλυσιεργώ < κωλύω < πωλύω (= πόλος, κατάληξι, τέλος, πρβ. κώλυμα) + έργον = εμποδίζω την εκτέλεσι έργου τινος.

7) δοκησίσοφος < δοκώ (νομίζω, νομίζομαι, πρβ. δόξα, ορθοδοξία) + σοφός = ο νομιζόμενος σοφός, ο νομίζων εαυτόν σοφόν.)

8)  αρνησικυρία < ρ. αρνούμαι (ουσ. άρνησις) + ρ. κυρώ (επικυρώνω την ισχύ έργου τινος) = αρνούμαι, δεν αποδέχομαι  την εγκυρότητα, ισχύ τινός. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: